Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα προειδοποιεί με πρόσφατη απόφασή της την Ελληνική Αστυνομία ότι τυχόν ενεργοποίηση του συστήματος «έξυπνης αστυνόμευσης» με τη χρήση φορητών συσκευών για τη λήψη βιομετρικών στοιχείων (φωτογραφιών προσώπου και δακτυλικών αποτυπωμάτων) πολιτών σε επιτόπιους ελέγχους ταυτοποίησης θα συνιστούσε παράνομη επεξεργασία δεδομένων.
Τον Ιούνιο του 2019 η ΕΛ.ΑΣ. υπέγραψε σύμβαση με την εταιρεία Intracom Telecom για την προμήθεια συστημάτων «έξυπνης αστυνόμευσης» (Smart Policing). Το έργο περιλαμβάνει 1.000 συσκευές τύπου smartphone και 500 εξωτερικές συσκευές λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων. Με αυτές θα επιτυγχάνεται ταυτοποίηση οχημάτων, προσώπων και αντικειμένων, με τη λήψη φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωμάτων και τη σάρωση εγγράφων, στο πλαίσιο της διενέργειας επιτόπιων ελέγχων σε πεζές και εποχούμενες περιπολίες για την επαλήθευση της ταυτότητας πολιτών. Τα κινητά διαθέτουν προεγκατεστημένες εφαρμογές και λογισμικά. Το κόστος της σύμβασης ήταν τέσσερα εκατομμύρια ευρώ και σε ποσοστό 75% συγχρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας.
Τον Μάρτιο του 2020 η Homo Digitalis, οργάνωση που ασχολείται με τα δικαιώματα χρηστών του Διαδικτύου, κατέθεσε καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων, θέτοντας ερωτήματα νομιμότητας σχετικά με την εφαρμογή του επίμαχου συστήματος. Τον Αύγουστο του 2020 η Αρχή ξεκίνησε την έρευνά της εξετάζοντας τη σύμβαση προμήθειας, λειτουργίας και χρήσης του συστήματος.
Η απόφασή της εκδόθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 2025 και δημοσιεύτηκε την περασμένη Τετάρτη. Η Αρχή έκρινε ότι η χρήση των συσκευών για τη συλλογή βιομετρικών δεδομένων δεν θα ήταν σύννομη. «Από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου και των όσων προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται η απαιτούμενη νομική βάση για την επεξεργασία που συνεπάγεται η χρήση του επίμαχου συστήματος», σημειώνεται στην απόφαση των 21 σελίδων της Αρχής.
Σύμφωνα με όσα είναι γνωστά, μέχρι στιγμής το πρόγραμμα έχει χρησιμοποιηθεί πιλοτικά. «Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Αρχής ο εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. υποστήριξε ότι το σύστημα, καίτοι τέθηκε σε πιλοτική λειτουργία για μικρό χρονικό διάστημα, επί του παρόντος δεν χρησιμοποιείται, αλλά ο ισχυρισμός αυτός δεν περιέχεται στο προσκομισθέν υπόμνημα με αποτέλεσμα να παραμένει αμφιβολία για την εν δυνάμει παράνομη επεξεργασία από τυχόν παραγωγική λειτουργία του συστήματος», επισημαίνεται στην απόφαση της Αρχής.
Από την πλευρά της ΕΛ.ΑΣ. υποστηρίχθηκε μεταξύ άλλων ότι τα βιομετρικά δεδομένα του ελεγχόμενου προσώπου θα αντιπαραβάλλονται άμεσα με την Εθνική Βάση Δακτυλικών Αποτυπωμάτων και το αντίστοιχο φωτογραφικό αρχείο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Δεν θα αποθηκεύονται σε υφιστάμενη βάση του συστήματος, αλλά θα απορρίπτονται άμεσα με την ολοκλήρωση της ροής εργασίας ταυτοποίησης.
Ακόμη η ΕΛ.ΑΣ. επικαλέστηκε μια προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης για να υποστηρίξει ότι υφίσταται νομική βάση για τη χρήση του συστήματος. Η Αρχή, όμως, αναφέρει στην απόφασή της ότι για την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα απαιτείται ρητή πρόβλεψη σε νόμο.
Ακόμη η Αρχή έκρινε ότι η απαιτούμενη εκτίμηση αντικτύπου προσωπικών δεδομένων δεν διενεργήθηκε εγκαίρως. Αποφάσισε πάντως ότι δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής διοικητικού προστίμου γιατί «η επεξεργασία περιορίστηκε σε πιλοτική εφαρμογή χωρίς να προκύπτει ζημία για τα υποκείμενα των δεδομένων». Τον Ιούλιο του 2024 ανακοινώθηκε από την ΕΛ.ΑΣ. ότι οι συσκευές θα χρησιμοποιηθούν πιλοτικά για την ηλεκτρονική βεβαίωση τροχονομικών παραβάσεων, αντικαθιστώντας το ροζ χαρτάκι της κλήσης.

