Στις νομοθετικές παρεμβάσεις για την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να αποφεύγονται δικαιοκρατικής φύσεως εκπτώσεις, και δη αρνητικές για την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης και την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Αντίθετα με προηγούμενες παρεμβάσεις –όπως λ.χ. με τον προβληματικό και ορθώς καταργηθέντα Ν. 4335/2015– οι βασικές για την επιτάχυνση της διαδικασίας στα ένδικα μέσα τροποποιήσεις του Ν. 5221/2025 δεν θίγουν δικαιοκρατικές εγγυήσεις.
Υπ’ αυτήν την έννοια είναι εύστοχες οι ακόλουθες ρυθμίσεις:
α) Η νέα ρύθμιση του άρθρου 495 κατά την οποία τα ένδικα μέσα (ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, αναψηλάφηση, αναίρεση) ασκούνται στο δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει (judex ad quem) το ένδικο μέσο, και όχι στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε (judex a quo) την προσβαλλομένη απόφαση. Πρόκειται για ρηξικέλευθη ρύθμιση, η οποία συμβάλλει στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης (χωρίς να συνεπάγεται δικαιοκρατικές εκπτώσεις) και αποτρέπει τη συσσώρευση δικογράφων ένδικων μέσων στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο.
β) Η νέα ρύθμιση του άρθρου 495, κατά την οποία αμέσως μετά την κατά τα ως άνω κατάθεση των ένδικων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας, της εφέσεως και της αναψηλαφήσεως ορίζεται δικάσιμος και εγγραφή στο πινάκιο του δικαστηρίου που θα εκδικάσει το ένδικο μέσο, είναι μία καινοτόμος ρύθμιση, η οποία συμβάλλει στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης αποτρέποντας ταυτοχρόνως τη συσσώρευση στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο δικογράφων ένδικων μέσων, για τα οποία δεν προσδιοριζόταν αμέσως συγκεκριμένη δικάσιμος στο δικαστήριο, το οποίο θα εκδίκαζε το ένδικο μέσο.
γ) Η νέα ρύθμιση κατά την οποία η προθεσμία κλητεύσεως των διαδίκων στην ανακοπή ερημοδικίας, στην έφεση και στην αναψηλάφηση είναι τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση του ένδικου μέσου (πρέπει όμως να απέχει τουλάχιστον τριάντα ημέρες από τη συζήτηση του ένδικου μέσου).
δ) Η αντίστοιχη για την αναίρεση νέα ρύθμιση του άρθρου 568 διαφοροποιείται όμως κατά τούτο, ότι η προθεσμία κλητεύσεως των διαδίκων δεν συναρτάται χρονικά με την κατάθεση της αναιρέσεως, αλλά με την ημερομηνία της συζητήσεως στον Αρειο Πάγο, ενώ και ο προσδιορισμός δικασίμου στον Αρειο Πάγο δεν ακολουθεί αμέσως μετά την κατάθεση της αναιρέσεως. Και εδώ θα έπρεπε αφενός μετά την κατάθεση της αναιρέσεως να ακολουθεί αμέσως ο προσδιορισμός δικασίμου και αφετέρου η κλήτευση των διαδίκων να συναρτάται χρονικά με την προηγηθείσα κατάθεση της αναιρέσεως και όχι με τη μεταγενέστερη συζήτηση αυτής στον Αρειο Πάγο.
ε) Η νέα ρύθμιση για τους πρόσθετους λόγους στα άρθρα 570 (έφεση), 547 (αναψηλάφηση) και 569 (αναίρεση) συμβάλλει στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης συνδέοντας το προηγηθέν χρονικό σημείο καταθέσεως της εφέσεως, της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως με το μεταγενέστερο χρονικό σημείο της καταθέσεως των πρόσθέεων λόγων (εφέσεως, αναψηλαφήσεως, αναιρέσεως), ενώ ταυτοχρόνως με τη νέα αυτή ρύθμιση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός του αναιρεσιβλήτου και του δικαστηρίου (όπως συνέβαινε μέχρι τώρα όπου λ.χ. ο Αρειος Πάγος –και ο αναιρεσίβλητος– αιφνιδιαζόταν 30 ημέρες πριν από τη δικάσιμο με ένα πολυσέλιδο δικόγραφο πρόσθετων λόγων). Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως θα πρέπει να ασκούνται μέσα σε 40 ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας επιδόσεως της κλητεύσεως για τη συζήτηση της εφέσεως και να επιδίδονται μέσα σε τριάντα ημέρες από την άσκησή τους (αντίστοιχες είναι οι ρυθμίσεις για την άσκηση πρόσθετων λόγων αναψηλαφήσεως και αναιρέσεως).
στ) Εύστοχη είναι η επαναφορά της καταθέσεως και γνωστοποιήσεως της αρεοπαγιτικής εισηγήσεως πριν από τη δικάσιμο και ταυτοχρόνως η κατάργηση της προ της συζητήσεως αυτοτελούς κρίσεως (από Συμβούλιο του Αρείου Πάγου) του παραδεκτού ή αβασίμου της αναιρέσεως.
ζ) Προβληματική είναι όμως η θέσπιση ορίου σελίδων στα δικόγραφα.
* Ο Ν.Κ. Κλαμαρής είναι καθηγητής (ομότιμος) της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Δικηγόρος στον Αρειο Πάγο.

