Γιατί μειώνονται συνεχώς οι γεννήσεις;

Αρθρο στο περιοδικό Lancet αναζητεί τα αίτια της παγκόσμιας τάσης και αξιολογεί τα μέτρα που έχουν ληφθεί

3' 40" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Σε περισσότερες από τις μισές χώρες του κόσμου ο συνολικός δείκτης γονιμότητας –δηλαδή ο μέσος αριθμός παιδιών που αναμένεται να αποκτήσει μια γυναίκα κατά τη διάρκεια της ζωής της– έχει πέσει κάτω από το όριο των 2,1 γεννήσεων ανά γυναίκα, το οποίο θεωρείται απαραίτητο για τη διατήρηση ενός σταθερού πληθυσμού. Σε ορισμένες χώρες, όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Σιγκαπούρη και η Ουκρανία, ο δείκτης αυτός έχει κατρακυλήσει σε επίπεδα χαμηλότερα του 1, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες κυμαίνεται λίγο κάτω από το 1,6.

Από τις αρχές του 21ου αιώνα τα τρία τέταρτα του πληθυσμού της Ευρώπης ζουν σε χώρες όπου ο συνολικός δείκτης γονιμότητας βρίσκεται σημαντικά κάτω από το 2,1 των γεννήσεων, που είναι το επίπεδο αντικατάστασης των γενεών. Στην Ελλάδα παρατηρούνται κατά μέσον όρο 1,3 γεννήσεις ανά γυναίκα, γεγονός που την τοποθετεί στην κατηγορία της ακραία χαμηλής γονιμότητας. Τελευταία φορά που στην Ελλάδα ο μέσος όρος γεννήσεων ανά γυναίκα ήταν 2,1 ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Αρθρο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Lancet αναφέρεται στις προσπάθειες που καταβάλλουν κάποιες χώρες για να αναστρέψουν αυτό το φαινόμενο και στα αίτια της υπογονιμότητας. Η καθηγήτρια Θεραπευτικής, Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής, παθολόγος στη Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, και η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου παραθέτουν τα πιο σημαντικά στοιχεία αυτής της δημοσίευσης τονίζοντας ότι «η υπογεννητικότητα αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και αμφιλεγόμενα κοινωνικά φαινόμενα του 21ου αιώνα, με επιπτώσεις που εκτείνονται πολύ πέρα από το δημογραφικό επίπεδο και αγγίζουν την οικονομία, τη δημόσια υγεία, την κοινωνική συνοχή και τις διαγενεακές σχέσεις».

Σύμφωνα με το Lancet, πολλά κράτη επιλέγουν να εφαρμόσουν πολιτικές που στοχεύουν άμεσα στην αύξηση των γεννήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα, η οποία προχώρησε πρόσφατα στην επιβολή φόρου 13% στα προφυλακτικά, ενώ παράλληλα προσφέρει οικονομικά επιδόματα στους γονείς για κάθε παιδί κάτω των τριών ετών. Αντίστοιχα, η Νότια Κορέα παρέχει απαλλαγές από τη στρατιωτική θητεία και διοργανώνει κρατικά χρηματοδοτούμενες εκδηλώσεις γνωριμιών, ενώ η Ουγγαρία έχει θεσπίσει ισόβια φοροαπαλλαγή εισοδήματος για μητέρες με δύο ή περισσότερα παιδιά.

Από τις αρχές του 21ου αιώνα, το 75% του πληθυσμού της Ευρώπης ζει σε χώρες όπου ο συνολικός δείκτης γονιμότητας βρίσκεται σημαντικά κάτω από το 2,1, που είναι το επίπεδο αντικατάστασης των γενεών.

Σημειώνεται ότι στη χώρα μας έχει θεσπιστεί επίδομα γέννησης που αυξάνεται για κάθε παιδί που γεννιέται. Αυτό το επίδομα ξεκινάει από 2.400 ευρώ για το πρώτο παιδί και φθάνει στις 3.500 ευρώ για το τέταρτο παιδί και κάθε άλλο που γεννιέται μετά. Επίσης, κάποιοι δήμοι της χώρας δίνουν επίδομα γέννησης. «Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον τα κράτη μπορούν, ή οφείλουν, να επηρεάζουν τις αναπαραγωγικές αποφάσεις των πολιτών τους και, κυρίως, αν τέτοιες παρεμβάσεις είναι πραγματικά αποτελεσματικές», επισημαίνεται στο άρθρο, το οποίο συνεχίζει αναφέροντας ότι «τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τις τεράστιες οικονομικές επενδύσεις, τα αποτελέσματα παραμένουν πενιχρά. Η Νότια Κορέα, για παράδειγμα, έχει δαπανήσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια τα τελευταία χρόνια σε επιδόματα και κίνητρα, χωρίς να καταφέρει να ανακόψει τη συνεχή πτώση του δείκτη γονιμότητας. Η Ιαπωνία, παρά τις δεκαετίες πολιτικών στήριξης της οικογένειας, εξακολουθεί να καταγράφει χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων σε σχέση με το παρελθόν, ενώ ακόμη και οι σκανδιναβικές χώρες, που διαθέτουν υποδειγματικά συστήματα γονικής άδειας και παιδικής φροντίδας, δεν έχουν καταφέρει να επανέλθουν στο επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού».

Οι συντάκτες του άρθρου αναφέρονται στους λόγους που οδηγούν στη μείωση της γονιμότητας. Οπως λένε, είναι η ευρεία πρόσβαση σε αποτελεσματική αντισύλληψη, η αυξημένη εκπαίδευση και συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η καθυστέρηση του γάμου και της τεκνοποίησης, και η μείωση της γονιμότητας σε γυναίκες και άνδρες. Παράλληλα, η μείωση της παιδικής θνησιμότητας έχει αλλάξει τη λογική της οικογένειας στις περισσότερες περιοχές του κόσμου. Τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα έχουν σχεδόν την απόλυτη πιθανότητα να φθάσουν στην ενηλικίωση, γεγονός που μειώνει την ανάγκη για μεγαλύτερο αριθμό απογόνων. Επιπροσθέτως, η κλιματική κρίση, οι γεωπολιτικές εντάσεις, η οικονομική ανασφάλεια και η επιδείνωση της ψυχικής υγείας στους νέους ενηλίκους δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, στο οποίο η απόφαση για τεκνοποίηση μοιά-ζει ολοένα και πιο δύσκολη.

Μια νέα προσέγγιση

Τέλος, προτείνουν μια ευρύτερη και ισορροπημένη προσέγγιση του ζητήματος, και όχι αποκλειστικά υπό τον φόβο της πληθυσμιακής κατάρρευσης. Οπως σημειώνουν, «η υιοθέτηση της έννοιας της υγιούς γήρανσης, η επένδυση στη γηριατρική και στη φυσική ιατρική-αποκατάσταση, η ενίσχυση της πρόληψης και της υγείας των ηλικιωμένων, καθώς και η αξιοποίηση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της κοινωνικής και οικονομικής βιωσιμότητας».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT