Το στοίχημα της μακροβιότητας των μοσχευμάτων

Το στοίχημα της μακροβιότητας των μοσχευμάτων

Τα πρόσφατα εγκαίνια του νέου υπερσύγχρονου ψηφιακού Ωνασείου Νοσοκομείου σηματοδοτούν νέα ώθηση στις μεταμοσχεύσεις συμπαγών οργάνων στην Ελλάδα

4' 38" χρόνος ανάγνωσης

Στην Ελλάδα το 2024 σημειώθηκε, για τρίτο συνεχόμενο έτος, σημαντικότατη αύξηση των συνολικών μεταμοσχεύσεων συμπαγών οργάνων σε 362, έναντι 307 το 2023. Μάλιστα, σε σχέση με το 2021 σημειώθηκε συνολική αύξηση κατά 67%. Σύμφωνα με τον ετήσιο απολογισμό δραστηριότητας μεταμοσχεύσεων συμπαγών οργάνων του ΕΟΜ, σε ό,τι αφορά τους αποβιώσαντες δότες παρατηρήθηκε υπερδιπλασιασμός (αύξηση 126%) σε σχέση με το 2021 (111 έναντι 52), με τον σχετικό δείκτη αποβιωσάντων δοτών οργάνων (αριθμός αποβιωσάντων δοτών ανά εκατομμύριο πληθυσμού) να ανέρχεται σε 10,6.

Η αύξηση αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της τοποθέτησης τοπικών συντονιστών στις ΜΕΘ μεγάλων νοσοκομείων (αρχικά 7 το 2023 με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Ωνάση, οι οποίοι εντός του 2024 αυξήθηκαν σε 20, με χρηματοδότηση του υπουργείου Υγείας, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας), και βέβαια δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί χωρίς την υπερπροσπάθεια του ιατρικού και νοσηλευτικού δυναμικού των μονάδων μεταμόσχευσης, καθώς και των ΜΕΘ που συμμετέχουν στον κύκλο της μεταμόσχευσης οργάνων. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι ήδη από τα μέσα του Δεκεμβρίου 2025 ο αριθμός των αποβιωσάντων δοτών είχε ξεπεράσει τους 130, γεγονός που συνεπάγεται νέα σημαντικότατη αύξηση των μεταμοσχεύσεων συμπαγών οργάνων και για το 2025, με τον δείκτη αποβιωσάντων δοτών οργάνων να αγγίζει το 13. Αντίστοιχα σημαντική ήταν και η αύξηση των μεταμοσχεύσεων από ζώντες δότες (κατά βάση μεταμοσχεύσεων νεφρού) με τον αριθμό τους για το 2024 να ανέρχεται σε 123, έναντι 103 το 2023, και συνολική αύξηση 35%, σε σχέση με το 2021.

Επίσης, τα πρόσφατα εγκαίνια του νέου υπερσύγχρονου – ψηφιακού Ωνασείου Νοσοκομείου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το Ωνασείο Εθνικό Μεταμοσχευτικό Κέντρο, σηματοδοτούν νέα ώθηση στις μεταμοσχεύσεις συμπαγών οργάνων στην Ελλάδα. Επισημαίνεται ότι ο ΕΟΜ έχει θέσει ως εθνικό στόχο τους 200 αποβιώσαντες δότες ανά έτος, ώστε η Ελλάδα να πλησιάσει τον μέσο όρο του δείκτη αποβιωσάντων δοτών οργάνων για την Ευρωπαϊκή Ενωση, που υπερβαίνει τους 20 αποβιώσαντες δότες ανά εκατομμύριο πληθυσμού.

Ομως, η ανωτέρω σταθερή αύξηση των μεταμοσχεύσεων στη χώρα μας, η οποία μάλιστα συνοδεύεται από πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στοίχημα, που αφορά στη διασφάλιση της μακροβιότητας των μοσχευμάτων συμπαγών οργάνων, η οποία αποτελεί και βασική αρχή της δωρεάς και μεταμόσχευσης οργάνων. Είναι διεθνώς διαπιστωμένο ότι η μακροχρόνια επιβίωση του μοσχεύματος προϋποθέτει την άριστη συνεργασία των ληπτών με τις μονάδες μεταμόσχευσής τους, σε ό,τι αφορά τη λήψη της φαρμακευτικής τους αγωγής ανοσοκαταστολής, την τήρηση συγκεκριμένων οδηγιών διαβίωσης και προστασίας της υγείας τους, καθώς και την τακτική παρακολούθησή τους, με στόχο την έγκαιρη αναγνώριση τυχόν δυσλειτουργίας του μοσχεύματος. Η σωρευτική αύξηση των ασθενών που μεταμοσχεύονται συνεπάγεται τη δραστική μεγέθυνση των απαιτήσεων της παρακολούθησής τους από τις μονάδες μεταμόσχευσής τους, τόσο σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, όσο και σε υποδομές.

Από τα στοιχεία των απολογισμών της ετήσιας δραστηριότητας μεταμοσχεύσεων συμπαγών οργάνων του ΕΟΜ προκύπτει ότι μόνον την τελευταία εξαετία έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 1.700 μεταμοσχεύσεις νεφρού, ήπατος, καρδιάς και πνευμόνων. Μάλιστα, περίπου το 78% αυτών, ήτοι περισσότερες από 1.300, αφορά μεταμοσχεύσεις νεφρού (από αποβιώσαντες και από ζώντες δότες), οι οποίες πραγματοποιούνται στις μονάδες μεταμόσχευσης νεφρού των Νοσοκομείων Λαϊκό, Ευαγγελισμός και Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης.

Στους ανωτέρω μεταμοσχευμένους εκ νεφρού της τελευταίας εξαετίας θα πρέπει να προστεθούν και οι μεταμοσχευμένοι αρκετών παλαιοτέρων ετών, αφού με βάση στοιχεία του ΕΟΜ, διεθνώς η επιβίωση των νεφρικών μοσχευμάτων από ζώντα δότη είναι 98,7% στους 6 μήνες και 65,8% στη δεκαετία, ενώ η επιβίωση των μοσχευμάτων από αποβιώσαντα δότη είναι 97,4% και 48,4% αντίστοιχα.

Εντούτοις, οι ισχύοντες οργανισμοί των ανωτέρω νοσοκομείων προβλέπουν σχετικά πολύ μικρό αριθμό οργανικών θέσεων ιατρών νεφρολόγων, ήτοι μόλις 8 για το Λαϊκό Νοσοκομείο, 4 για το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός και 8 για το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα οι υπηρετούντες σε αυτά ιατροί νεφρολόγοι να καταβάλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες, ώστε να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις ανάγκες παρακολούθησης των ληπτών νεφρικού μοσχεύματος. Αν, επίσης, ληφθεί υπόψη ότι στα ανωτέρω τρία νοσοκομεία, πέραν των μεταμοσχευτικών ιατρείων τακτικής παρακολούθησης των μεταμοσχευμένων (με πολύ συχνότερη παρακολούθηση για τους πρόσφατα μεταμοσχευμένους), καθώς και των επειγόντων περιστατικών τους, επίσης, λειτουργούν υπό την ευθύνη και εποπτεία των ιατρών νεφρολόγων προμεταμοσχευτικά ιατρεία, ιατρεία παρακολούθησης της χρόνιας νεφρικής νόσου, καθώς και μονάδες αιμοκάθαρσης και περιτοναϊκής κάθαρσης, καθίσταται σαφής η επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης της στελέχωσής τους.

Ειδικότερα, μάλιστα, για τη μονάδα μεταμόσχευσης νεφρού του Νοσοκομείου Λαϊκό, όπου διενεργούνται, σε ετήσια βάση, περισσότερες από το 55% των μεταμοσχεύσεων νεφρού στην Ελλάδα και παρακολουθείται ο μεγαλύτερος αριθμός μεταμοσχευμένων εκ νεφρού (η λειτουργία της μονάδας έχει αρχίσει με συστηματικό τρόπο από το 1989), ενώ παράλληλα λειτουργεί ήδη και ιατρείο παρακολούθησης ζώντων δοτών (φροντίδα η οποία με το νέο θεσμικό πλαίσιο για τη δωρεά και μεταμόσχευση οργάνων του Ν. 5034/2023 είναι υποχρεωτική για όλους τους ζώντες δότες οργάνων μετά τη δωρεά), το πρόβλημα είναι σαφώς οξύτερο.

Η νέα μεταρρύθμιση του υπουργείου Υγείας, που αφορά την κατάρτιση νέων οργανισμών λειτουργίας για όλα τα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η οποία ευρίσκεται σε εξέλιξη, αποτελεί καθοριστική ευκαιρία για να γίνει το πρώτο βήμα σε σχέση με την απόλυτα απαραίτητη ενίσχυση της στελέχωσης (με ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό) των δομών παρακολούθησης των ληπτών μοσχευμάτων νεφρού, καθώς βέβαια αντίστοιχα και των ληπτών των υπόλοιπων οργάνων (λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τις ανάγκες σε ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετίας), με στόχο τη διασφάλιση της μακροβιότητας των μοσχευμάτων και κατά συνέπεια της διάρκειας και της ποιότητας ζωής των μεταμοσχευμένων.

Βέβαια, το αναγκαίο αυτό πρώτο βήμα θα πρέπει να συμπληρωθεί με τις άμεσες προσλήψεις του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, που θα προβλέπεται από τους νέους οργανισμούς των νοσοκομείων, καθώς βέβαια και με τη διασφάλιση επαρκών και σύγχρονων κτιριακών εγκαταστάσεων και βιοϊατρικού εξοπλισμού, που απαιτούνται για την αποτελεσματική παρακολούθηση της υγείας των ληπτών συμπαγών οργάνων.

* Ο κ. Νίκος Παπαδάτος είναι γενικός γραμματέας Δ.Σ. Πανελληνίου Συνδέσμου Μεταμοσχευμένων εκ Νεφρού (ΠΣΜΝ).

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT