Εκρηκτική αύξηση των ενοικίων και των τιμών των κατοικιών, έλλειψη διαθέσιμων διαμερισμάτων, επιδόματα που περισσότερο επιτείνουν, παρά βελτιώνουν την κατάσταση. Η λίστα των Ελλήνων που διαπιστώνουν ότι έχουν αποκλειστεί όχι μόνον από την αγορά στέγης, αλλά και από την ενοικίαση, τουλάχιστον στην περιοχή που επιθυμούν, διαρκώς αυξάνεται και η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε κοινωνική. Η διαβίωση καθίσταται ασφυκτική και επιβαρύνει δυσανάλογα ένα κομμάτι της κοινωνίας, τους ενοικιαστές, επιτείνοντας την κοινωνική ανισότητα.
Η πανευρωπαϊκή μέτρηση της Polling Europe, που κατ’ αποκλειστικότητα δημοσιεύει η «Κ», αποδεικνύει ότι το στεγαστικό έχει μετατραπεί σε κορυφαία κοινωνική πρόκληση και θα είναι μάλλον το κύριο οικονομικό και πολιτικό ζήτημα που θα κληθεί να διαχειριστεί η κυβέρνηση το 2026, αλλά και τα επόμενα χρόνια. Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το 66% των πολιτών θεωρεί ότι υπάρχει αρκετά ή πολύ σοβαρό πρόβλημα στέγασης. Στην Ελλάδα το ζήτημα γίνεται αντιληπτό ως σοβαρότερο, με το 80% των Ελλήνων να αξιολογεί τη στέγαση ως πολύ ή αρκετά σοβαρό ζήτημα, τοποθετώντας έτσι τη χώρα μας στην πρώτη θέση της σχετικής κατάταξης μεταξύ των κρατών-μελών της Ενωσης.
Ενας συνδυασμός παραγόντων, όπως η μακροχρόνια οικονομική κρίση, που ακολουθήθηκε από την ενεργειακή κρίση και την αύξηση του κόστους ζωής, η έκρηξη του τουρισμού, η μείωση του διαθέσιμου αποθέματος κατοικιών και η αλλαγή του τρόπου ζωής και του κοινωνικού μοντέλου, δημιούργησε «την τέλεια καταιγίδα» και έφερε την Ελλάδα στην πρώτη θέση σε ό,τι αφορά το κόστος στέγασης στην Ε.Ε.
Πώς φτάσαμε έως εδώ
Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της κρίσης καθώς, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, έχει με διαφορά το υψηλότερο κόστος στέγασης μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με το μέσο νοικοκυριό στη χώρα μας να ξοδεύει περίπου το 36% του διαθέσιμου εισοδήματος για στέγη, ενώ ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι στο 19%. Μάλιστα, στα αστικά κέντρα, περίπου ένας στους τρεις Ελληνες ξοδεύει περισσότερο από το 40% του εισοδήματός του σε δαπάνες που σχετίζονται με τη στέγαση (εκτός από ενοίκιο ή στεγαστικό, δαπάνες για ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση, ύδρευση κ.λπ.). Και όλα αυτά τη στιγμή που το αστικό οικιστικό απόθεμα στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρό και κακής ποιότητας.
Μέσα στην κρίση, το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα κατάφερε να αμβλύνει τις βαθύτατες επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας και να συγκρατήσει την κοινωνική συνοχή. Πώς φτάσαμε, λοιπόν, έως εδώ λίγα χρόνια μετά; Η πρώτη αιτία είναι μάλλον προφανής και σχετίζεται με τη μεγάλη μείωση των εισοδημάτων, με τα νοικοκυριά να παραμένουν σήμερα πιο φτωχά από ό,τι ήταν το 2009, αναφέρει στην «Κ» ο Αγγελος Σεριάτος, επιστημονικός διευθυντής της Prorata, που συμμετέχει στην έρευνα της Polling Europe από την Ελλάδα.
«Από το 2009 μέχρι το 2014 οι Ελληνες έχασαν περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Και ενώ συνολικά –μετά και μια περίοδο σχετικής ανάκαμψης– ο μέσος Ευρωπαίος έχει δει το διαθέσιμο εισόδημά του να αυξάνεται κατά 22% τα τελευταία 20 χρόνια, την ίδια στιγμή σε Ελλάδα και Ιταλία έχει μειωθεί κατά 5% και 4% αντιστοίχως. Παράλληλα, οι τουρίστες στις πόλεις και στα νησιά των συγκεκριμένων χωρών συνεχώς αυξάνονται, ενώ οι ιδιοκτήτες, ιδίως στην Ελλάδα των μνημονίων, βρήκαν νέες επιλογές εκμετάλλευσης των ακινήτων τους, όπως οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, επηρεάζοντας με τη σειρά τους στη συνέχεια τις τιμές και τα ενοίκια».
Οπως επισημαίνει ο Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η κατασκευή νέων κατοικιών και η ανακαίνιση παλαιών ουσιαστικά σταμάτησε από την κρίση χρέους, ανακάμπτοντας τα τελευταία χρόνια, αλλά χωρίς να καλύπτει το κενό που έχει δημιουργηθεί. «Στο συνολικό μείγμα των επενδύσεων η κατοικία και οι κατασκευές δεν έχουν σήμερα το εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό που είχαν πριν από την κρίση, ενώ υπάρχει μεγάλο κενό στην εργασία που απαιτείται για το κατασκευαστικό έργο που χρειάζεται».
Σημειώνει επίσης ότι «ο πληθυσμός της χώρας έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ ταυτόχρονα έχει αυξηθεί ο αριθμός των ανεξάρτητων νοικοκυριών –τουλάχιστον στα αστικά κέντρα– εντείνοντας πολύ την πίεση σε κατοικίες σχετικά μικρότερου μεγέθους. Επιπλέον, το κόστος κατασκευής αυξήθηκε έντονα τα τελευταία χρόνια, λόγω του κόστους ενέργειας και χρηματοδότησης, όπως και η έλλειψη εργατικού δυναμικού. Αυτό συνέβη την ώρα που υπάρχουν μεγάλες ανάγκες για ανακαίνιση κατοικιών που πλέον είναι πολλές δεκαετίες παλαιές, ενώ και το διοικητικό βάρος στην αγορά ακινήτων και στις μεταβιβάσεις είναι υψηλό και δημιουργεί καθυστερήσεις και στρεβλώσεις».
Σύμφωνα με τον Ηλία Νικολαΐδη, διευθυντή Περιεχομένου στη διαΝΕΟσις, σημαντικό ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο είναι χτισμένες οι ελληνικές πόλεις, με τη μικρή και πολύ κατακερματισμένη ιδιοκτησία σπιτιών, γεγονός το οποίο δυσκολεύει τη δυνατότητα να γίνουν οργανωμένες και μεγάλες παρεμβάσεις. «Μετά τον πόλεμο οι ελληνικές πόλεις χτίστηκαν κατακερματισμένα και ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστική κρατική παρέμβαση όσον αφορά στη στέγαση», τονίζει. «Είχαμε μια αδύναμη στεγαστική πολιτική, η οποία με την κρίση αποδυναμώθηκε περαιτέρω (ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας έκλεισε το 2014). Ταυτόχρονα, οι αξίες των ακινήτων έπεσαν πολύ, κάνοντάς τα πολύ ελκυστικά σε επενδυτές από το εξωτερικό όσο περνούσε η κρίση και ενισχυόταν και ο τουρισμός από το 2015 και μετά, αυξάνοντας περαιτέρω τις τιμές».
Πλέγμα μέτρων. Η πραγματικότητα δείχνει ότι χωρίς ισχυρή δημόσια πολιτική, χωρίς επένδυση σε κοινωνική κατοικία και χωρίς αυστηρούς κανόνες για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, η κρίση θα ενταθεί. Αγγελος Σεριάτος Επιστημονικός διευθυντής της Prorata
Nέα κίνητρα
Με βάση την έρευνα της Polling Europe, το 27% των πολιτών της Ε.Ε. θεωρεί ότι κατά προτεραιότητα θα πρέπει να θεσπιστεί ανώτατο όριο (πλαφόν) στα ενοίκια, το 24% ζητεί να υπάρξουν κίνητρα για δημιουργία νέων σπιτιών από ιδιώτες, αντίστοιχο ποσοστό να δημιουργηθούν προγράμματα κοινωνικής στέγης για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και το 16% πιστεύει ότι πρέπει να περιοριστούν οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και οι εκτός Ε.Ε. επενδύσεις σε ακίνητα. Οι πολιτικές διαχείρισης και επίλυσης του ζητήματος σχετίζονται και με τις εκλογικές προτιμήσεις των εκλογέων: οι ψηφοφόροι της Αριστεράς, των Πράσινων και των Σοσιαλδημοκρατών στηρίζουν με μεγαλύτερη ένταση την επιβολή πλαφόν στα ενοίκια και τη δημιουργία προγραμμάτων κοινωνικής στέγης, ενώ οι κεντροδεξιοί και συντηρητικοί προκρίνουν την προσφορά κινήτρων για δημιουργία νέων κατοικιών από ιδιώτες ώστε να τονωθεί η προσφορά.
Στην Ελλάδα, το 30% των ερωτηθέντων προκρίνει τη λύση του πλαφόν στα ενοίκια, το 24% τον περιορισμό στη βραχυχρόνια μίσθωση, το 23% την παροχή κινήτρων για δημιουργία νέων κατοικιών και το 21% τη λύση της κοινωνικής στέγης.
Ο Αγγελος Σκιαδάς, πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Ενοικιαστών, σημειώνει πως το πλαφόν, δηλαδή το ανώτατο επιτρεπόμενο μίσθωμα, βάσει κάποιων συντελεστών είναι το κατεξοχήν μέτρο που μπορεί να ανακουφίσει τους ενοικιαστές, ειδικά αν εφαρμοστεί για διάστημα 3-4 ετών, μέχρι να αποδώσουν κάποια άλλα μακροπρόθεσμα μέτρα. Δεύτερον, πως είναι απαραίτητη η αύξηση της ελάχιστης διάρκειας των μισθώσεων από τρία χρόνια που είναι σήμερα σε έξι. Ο χρόνος διάρκειας δεν επιλέγεται τυχαία, έξι χρόνια είναι η περίοδος που χρειάζεται ένα παιδί για να τελειώσει το δημοτικό ή το γυμνάσιο και το λύκειο, χωρίς να πρέπει να αλλάξει σχολείο.
Οπως επισημαίνει, «τα μέτρα της κυβέρνησης με το ένα επιπλέον ενοίκιο δεν προσέφεραν τίποτα, ενώ, αντιθέτως, ωθούν τα ενοίκια προς νέες αυξήσεις. Ακούγοντας οι ιδιοκτήτες ότι προσφέρεται ένα επιπλέον ενοίκιο, ζητούν και άλλη αύξηση». Ακόμη, οι περιορισμοί στο καθεστώς Αirbnb δεν έχουν φέρει –ακόμη τουλάχιστον– κάποια ουσιαστική διαφορά και δεν θα φέρουν αν δεν συνδυαστούν με το πλαφόν, καθώς όσοι ιδιοκτήτες σταματούν το δίνουν το ακίνητο σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, θέλοντας να αποσβέσουν τυχόν επενδύσεις που έχουν κάνει, το βγάζουν στην αγορά με πολύ υψηλό ενοίκιο.
«Οι μεγάλες ανισορροπίες δεν μπορούν να διορθωθούν άμεσα», υπογραμμίζει ο κ. Βέττας. «Μπορούν όμως να αμβλυνθούν με βραχυχρόνιες παρεμβάσεις, ώστε να μειωθεί η πίεση στις περιοχές και στα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερο πρόβλημα και να αντιμετωπιστούν με ουσιαστικότερο τρόπο μεσοπρόθεσμα, ενισχύοντας την προσφορά κατοικίας και την προσαρμοστικότητα στη μεταβαλλόμενη ζήτηση».
Τροφή για την Ακροδεξιά
Το ζήτημα αφορά δυσανάλογα τους ανθρώπους που ζουν στο ενοίκιο και προφανώς επηρεάζει και το άλλο τεράστιο ζήτημα της χώρας μας, το δημογραφικό. «Το κόστος κατοικίας αφήνει πολύ λίγο χώρο στην πραγματικότητα στους Eλληνες για να επενδύσουν αλλού, να μεγαλώσουν τις οικογένειές τους, να έχουν μια φυσιολογική ζωή», τονίζει ο κ. Νικολαΐδης.
Κατά τον κ. Σεριάτο, το στεγαστικό έχει μετατραπεί σε κορυφαίο κοινωνικό ζήτημα, προκαλώντας κινητοποιήσεις και πιέζοντας για μια πανευρωπαϊκή στρατηγική. Τον Δεκέμβριο του 2025 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε ακόμη ένα βήμα, παρουσιάζοντας το European Affordable Housing Plan, το οποίο προβλέπει χρηματοδότηση για κοινωνική και προσιτή στέγη και προτεραιοποίηση του ζητήματος στο νέο δημοσιονομικό πλαίσιο. Παράλληλα, εθνικές πολιτικές όπως το Mais Habitação (περιορισμός στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις, ρύθμιση ενοικίων και αξιοποίηση δημόσιας γης για κοινωνική στέγη) ή οι φιλόδοξοι στόχοι της Ολλανδίας για 900.000 νέες κατοικίες έως το 2030 δείχνουν ότι η στέγαση είναι πλέον ζήτημα που οι κυβερνήσεις λαμβάνουν υπόψη. «Η πραγματικότητα δείχνει ότι χωρίς ισχυρή δημόσια πολιτική, χωρίς επένδυση σε κοινωνική κατοικία και χωρίς αυστηρούς κανόνες για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, η κρίση θα ενταθεί», σημειώνει και τονίζει την ανάγκη για βαθιές αλλαγές «δεδομένου και του ελλοχεύοντος κινδύνου περαιτέρω ανόδου της άκρας Δεξιάς, η οποία δείχνει απολύτως πρόθυμη να αξιοποιήσει –και αυτή– την κρίση, προτείνοντας απλοϊκές, ντυμένες με μισαλλοδοξία, λύσεις».
Ηδη, άλλωστε, ακροδεξιά κόμματα, όπως το Κόμμα της Ελευθερίας (PVV) στην Ολλανδία ή το Chega στην Πορτογαλία, έχουν μετατρέψει την κρίση προσιτής στέγασης σε κεντρικό πολιτικό και προεκλογικό ζήτημα. Η εξίσωση είναι απλή: η στέγαση πρέπει να είναι διαθέσιμη και προσιτή μόνο για τους πολίτες της χώρας, ενώ βασικός παράγων των αιτίων της στεγαστικής κρίσης είναι όχι μόνον ο πληθωρισμός, αλλά και οι μεταναστευτικές ροές.
«Η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά εκμεταλλεύεται το ζήτημα της στέγασης, ακριβώς επειδή οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου το εγκατέλειψαν, είτε αντιμετωπίζοντάς το με αυταπάτες ως το απόλυτο πεδίο αυτορρύθμισης της αγοράς είτε επειδή, λόγω πολιτικής οκνηρίας, δεν μπόρεσαν να φανταστούν, να επεξεργαστούν και να καταθέσουν στη δημόσια σφαίρα ένα μακροχρόνιο εναλλακτικό και βιώσιμο πλάνο για τη στέγαση στον ευρωπαϊκό χώρο», καταλήγει ο κ. Σεριάτος.


