Τα προηγούμενα χρόνια ήταν η «μετα-αλήθεια», ο «κλιματικός κίνδυνος», η «καραντίνα» φυσικά, αλλά και το «brain rot» (δηλαδή η «εγκεφαλική σήψη» έπειτα από πολύωρη και άσκοπη περιήγηση στο Διαδίκτυο) ή το «enshittification» (η σταδιακή υποβάθμιση ενός προϊόντος λόγω της επιδίωξης για περισσότερο κέρδος). Και φέτος, όμως, τα μεγάλα αγγλόφωνα λεξικά επέλεξαν τις καθιερωμένες πλέον «λέξεις της χρονιάς», εκείνες δηλαδή που χαρακτήρισαν το απερχόμενο έτος ή που συμπυκνώνουν κάποια σημαντική τάση: το Λεξικό του Κέμπριτζ πρότεινε τη λέξη «parasocial» (η ψευδαίσθηση διαπροσωπικής σχέσης με μια διασημότητα), ενώ το Λεξικό της Οξφόρδης κατέληξε στον όρο «rage bait» (οι διαδικτυακές αναρτήσεις που λειτουργούν ως «δόλωμα οργής»).
Aραγε, ποια λέξη θα διαλέγαμε για το ελληνικό 2025; Θα συνομιλούσε με τις διεθνείς τάσεις ή θα χαρακτηριζόταν κυρίως από μια σύνδεση με την εγχώρια επικαιρότητα; Για να απαντηθεί το ερώτημα, η «Κ» απευθύνθηκε σε ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίοι κλήθηκαν να καταθέσουν τη δική τους πρόταση. Θα μπορούσε να είναι είτε μια λέξη πολυχρησιμοποιημένη, είτε μια που δεν ακούστηκε μεν από πολλά στόματα, αλλά αποτυπώνει κάτι αξιοσημείωτο, είτε, τέλος, μια λέξη επινοημένη, ένας νεολογισμός. Και ίσως έχει κάποιο ενδιαφέρον το ότι οι συμμετέχοντες στο γλωσσικό εγχείρημά μας ακολούθησαν και τις τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις.
Φασαίος
Στάθης Καλύβας
Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης
Η λέξη «φασαίος» εφευρέθηκε για να στιγματίσει όσους επιδιώκουν τη συμμετοχή σε κάθε είδους «φάση», δίχως να τους ενδιαφέρει η ουσία της. Oπως όμως συμβαίνει συχνά, η λέξη αλλάζει σταδιακά περιεχόμενο, χάνοντας την αρχική, αρνητική της διάσταση. Αναφέρεται πλέον στο ευρύτερο φαινόμενο της αναζήτησης εκ μέρους των νέων μιας ποιότητας ζωής που δεν βασίζεται απλώς στη μεγιστοποίηση της οικονομικής επιτυχίας, αλλά στη νοηματοδότηση του βίου, διά μέσου κυρίως της αισθητικοποίησης των δραστηριοτήτων του. Oχι τυχαία, το μυθιστόρημα του Βινσένζο Λατρόνικο «Η Τελειότητα», που καταπιάνεται με αυτό το θέμα, γνώρισε μεγάλη διεθνή επιτυχία το 2025.
Ακρίβεια, -χρονος
Γεώργιος Μπαμπινιώτης
Επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας
«Ακρίβεια»: Η λέξη που περνάει από στόμα σε στόμα σε όλα τα επίπεδα: ατομικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό. Επικρατεί ιδίως στις πολιτικές συζητήσεις με ένα πρωτοφανές για την Ελλάδα χαρακτηριστικό: γίνεται αποδεκτή από όλους, συμπολίτευση και αντιπολίτευση, με διαφορετικές μόνο ερμηνείες και σχόλια.
Η κατάληξη «-χρονος, -η, -ο»: Με την τεράστια έκταση που έχει πάρει πλέον η άσκηση βίας και στη χώρα μας, φράσεις όπως «ο σαραντάχρονος που…», «η εικοσάχρονη, θύμα…», «το δεκαεξάχρονο που…» κ.λπ. κυριαρχούν στη γλωσσική επικοινωνία, προεξαρχόντων των ΜΜΕ, τα οποία υπείκουν στις σχετικές νομικές απαγορεύσεις.
Εννοείται ότι παραλείπω να αναφερθώ στο «εννοείται», που αποτελεί απάντηση σε οποιαδήποτε μορφή συζήτησης, έχοντας υποκαταστήσει σειρά λέξεων, όπως «ναι», «μάλιστα», «συμφωνώ», «βεβαίως», «οπωσδήποτε», «ασφαλώς», «φυσικά», «σίγουρα», «αναμφισβήτητα», «σαφώς», «ασυζητητί». Φαίνεται ότι έχουμε περάσει, τελικά, από τον ρητό λόγο στον υπόρρητο, από τα λεγόμενα στα υπονοούμενα, στο βασίλειο του «εννοείται».
Ενέωση
Αργυρώ Χιώτη
Καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου
Ενέωση (Πάθε)! –προτείνω να μπει στην καθομιλουμένη η λέξη ενέωση– εκ του επιθέτου ενεός, ως επιφώνημα, ως κατάσταση και στάση λόγου, αντί του «σώπασε», «φτάνουν τα λόγια», «ούτε λέξη!», «τσιμουδιά!»· για όσα το 2025 ακούσαμε και δεν έπρεπε ν’ ακούσουμε, αλλά και για όσα ακούσαμε και μας άφησαν εντελώς άναυδους. Ως μικρή ένδειξη μεταφορικής γλωσσοπληγίας που υφίσταται η γλώσσα όταν λέγονται πολλά, χωρίς λόγο και ουσία, όταν η υπερπαραγωγή λόγου δεν γεννάει νόημα, αλλά σοκ, κόπωση, αποσύνδεση. Για τη φλυαρία που δεν είναι πια απλώς φασαρία, αλλά ένας συνεχής αιφνιδιασμός, μια πληροφοριακή καταιγίδα που μας αφήνει ενεούς: ανίκανους να απαντήσουμε, να σκεφτούμε, να σταθούμε.
Ως μια –έστω συμβολική– απόπειρα επανακατοίκησης της γλώσσας μετά την κατάπληξη. Ενέωση: μια παύση όχι ηθική, αλλά υπαρξιακή. Αλλά και με μια ειρωνική διάθεση για τη στιγμή που κάποιος καλείται να μιλήσει, να πει, να εξηγήσει, κι αυτός επικαλείται το δικαίωμα της σιωπής, προσβάλλοντας το ίδιο το δικαίωμα. Ενέωση λοιπόν!
Αγανάκτηση
Αγγελική Κοτταρίδη
Επίτιμη Eφορος Αρχαιοτήτων
Η δική μου λέξη για το 2025 είναι «αγανάκτηση»: για τη φρίκη στην Παλαιστίνη, για τη σφαγή των αμνών, για την ασύστολη εκμετάλλευση της γης, γιατί οι άνθρωποι, βυθισμένοι στην αλαζονεία της μονοδοξίας τους, θεωρώντας «εαυτόν» κορωνίδα της δημιουργίας, τολμούν να αντιμετωπίζουν άλλα πλάσματα ως εμπόρευμα και πιστεύουν δίκαιο και σωστό να αφανίζουν άλλους ανθρώπους, γιατί εμποδίζουν την επίτευξη των δικών τους σκοπών.
Συμπερίληψη
Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Συγγραφέας
Παλιά το έλεγαν «μικροί – μεγάλοι στο καφενείο». Ή, ακόμη πιο αντι-woke, το έλεγαν «Κουτσοί, στραβοί, παράλυτοι στον Αγιο Παντελεήμονα». Τώρα το λέμε –δηλαδή τον τελευταίο χρόνο– «συμπερίληψη». Τι σημαίνει ακριβώς; Μήπως το γνωστό περί φροντίδας των πιο αδύναμων, των αποσυνάγωγων ή των εξοστρακισμένων – ναι, αλλά πιο είναι το όριο; Διότι κι εδώ χρειάζονται όρια, δεν μπορείς να βάλεις εγκληματίες ή ακραίες ιδεολογίες, διεστραμμένους πέραν του κοινώς ανεκτού, και ποικιλίες απαράδεκτες – ναι, αλλά επιμένω: ποιο είναι το όριο; Και ποιος το θέτει; Εδώ ξεκινάει πάντα το πρόβλημα: στο ποιος θέτει τα όρια. Ποιο είναι το κοινώς ανεκτό; Ουδείς δύναται να απαντήσει. Και μπορεί η λέξη «συμπερίληψη» να έχει γίνει αυτό που λέμε viral, κι όλοι νυχθημερόν να συμπεριλαμβάνουν κάτι ή κάποιον. Αλλά αν πεις δημοσίως τη φράση «Κουτσοί, στραβοί, παράλυτοι στον Αγιο Παντελεήμονα», άραγε θα σε συμπεριλάβουν κάπου ή θα είσαι πλέον σημαδιακός και αταίριαστος, και διαπαντός εκτός;
Bro
Στάθης Λιβαθινός
Ακαδημαϊκός, σκηνοθέτης
Είναι σίγουρα πολλές οι λέξεις της χρονιάς. Μία από αυτές, αυτή τουλάχιστον που μου καρφώθηκε στο μυαλό, είναι η λέξη «bro». Το λέει ο περίγυρος, το λένε οι κόρες μου, το λένε τα παιδιά που περνάνε σκουντώντας χωρίς να το πάρουν χαμπάρι, γιατί βιάζονται πολύ, ακόμη και για την ηλικία τους. Και το λένε όσοι θέλουν, απεγνωσμένα και κρυφά ή καμιά φορά χωρίς να το συνειδητοποιούν και οι ίδιοι, να νιώσουν την ανάγκη μιας φιλίας, την ανάγκη του άλλου· μακριά από το πληκτρολόγιο, εκεί που σε τραβάει η αληθινή σου φύση, παρά η επίκτητη. «Bro» λοιπόν ή, όπως θα λέγαμε, «ρε φίλε». Στο τελωνείο των λέξεων, βέβαια, το «bro» πληρώνει και αυτό τον φόρο του, καθώς δεν είναι πολύ ελληνικό. Αλλά οι λέξεις παίρνουν εύκολα ιθαγένεια και το «bro» χαρακτήρισε ήδη μια γενιά –ίσως χαρακτηρίσει και την επόμενη– γιατί σε μια ατομικιστική κοινωνία οι νέοι έχουν την ανάγκη να ανήκουν κάπου, έστω και με ένα τίμημα. Στη ρίζα του «bro», άλλωστε, υπάρχει κάτι το άγιο, το βαθιά ηθικό, το αναγκαίο, κάτι το οποίο λείπει: η συνύπαρξη με τον άλλον.
Ετσιγουσταρισμός
Παντελής Μπουκάλας
Συγγραφέας, ποιητής, αρθρογράφος
Δεκάδες οι -ισμοί, πληθωρισμός σωστός, ίσως πρόσθεσα κι εγώ έναν τον περασμένο Φεβρουάριο, διαλέγοντας για τίτλο στις κυριακάτικες «Υποθέσεις» μου κατιτίς το λενινιστικά αφοριστικό: «Ο ετσιγουσταρισμός, ανώτατο στάδιο του ετσιθελισμού». Ελεγα λοιπόν τότε ότι το «έτσι γουστάρω» ηχεί σαν υπερθετικός του «έτσι θέλω»: σαν δήλωση δεσποτικής επιθυμίας και αμάχητης ισχύος. Και κατονόμαζα ως απόλυτο πλανητικό ετσιγουσταριστή τον Ντόναλντ Τραμπ. Γιατί, όπως είδαμε κατόπιν με τρομακτική ευκρίνεια, μόνο αυτός, σε οικουμενικό πεδίο, λέει «έτσι γουστάρω» και πράττει αναλόγως: αδιάφορος για ηθικές, νόμους, συντάγματα, δικαιώματα, εθνικά σύνορα.
Αν επιμένω στον όρο, είναι επειδή εν τω μεταξύ ο Τραμπ απέκτησε και ελληνόγλωσσο ομοίωμα. Κατανοώντας στρεβλά και μίζερα τη δημοκρατία, παρά τις τόσες αρχαιογνώσεις του, ο Αδωνις Γεωργιάδης απεφάνθη ότι η Δικαιοσύνη, ελληνική και ευρωπαϊκή, δεν δικαιούται διά να ομιλεί, για τον ΟΠΕΚΕΚΕ ή οτιδήποτε άλλο, διότι «υπάρχει πλειοψηφία»: η της Ν.Δ. Και μόνον αυτή αποφασίζει τι το δίκαιο και τι το σκανδαλώδες. Οι υπόλοιποι, θεσμοί, ανεξάρτητες αρχές, κόμματα, ΜΜΕ, έχουν το ύψιστο δικαίωμα της επιλογής: ανάμεσα στο «μόκο!», το «σκασμός!» και το «βουλώστε το!». Μα δεν είναι «ζάχαρη η Ελλάδα»; Η Ελλάδα του;
Οπότε, ναι: ετσιγουσταρισμός.
Επανένωση
Νίκος Σταμπολίδης
Γενικός διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης
Η λέξη που αντιπροσωπεύει τη δική μου αλήθεια, το 2025, είναι η λέξη «επανένωση». Η ένωση των μελών ενός όλου, είτε αυτά είναι μέλη ενός έθνους, ενός λαού, μιας οικογένειας, ενός σώματος, που για να είναι ολόκληρο πρέπει να είναι ενωμένο, μεταφορικά ή πραγματικά. Πιο συγκεκριμένα, μιλώ για τα μέλη του σώματος ενός μνημείου, για τα αρχιτεκτονικά αναπόσπαστα γλυπτά και ανάγλυφα μέλη του Παρθενώνα, όλα αυτά που η φύση, η Ιστορία και οι άνθρωποι μάς χάρισαν για να είναι το σώμα του μνημείου αυτού ολόκληρο, κι όχι τεμαχισμένο, διασπασμένο, διαμελισμένο και ξενιτεμένο. Κομμάτια που δεν έχουν νόημα, φυλακισμένα και αιχμάλωτα σε τόπους ξένους, όπως οι λέξεις που χάνουν τις έννοιες, τον συμβολισμό τους και γίνονται αποσπασματικές και ακατανόητες. «Επανένωση» σημαίνει την αλήθεια του Παρθενώνα, όχι μόνον για την αρχιτεκτονική του λεπτομέρεια, τις εκλεπτύνσεις του, την κλασική αισθητική του αλλά και τον συμβολισμό του, αυτόν της Δημοκρατίας. Γιατί η επανένωση των γλυπτών του παγκόσμιου αυτού μνημείου σημαίνει την ύψιστη αλήθεια, αυτήν της δικαιοσύνης, της αποκαταστατικής δικαιοσύνης.
Καρτούλα, τέλεια, καλή σας απόλαυση
Ερση Σωτηροπούλου
Συγγραφέας
Τρεις λέξεις μας πολιόρκησαν σε σμήνη αυτή τη χρονιά, σαν τις ακρίδες, την όγδοη πληγή του Φαραώ. Η διάβρωσή μας είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα χωρίς να το αντιληφθούμε, οι λέξεις έμοιαζαν τυχαίες, λίγο σαχλές, ακίνδυνες.
«Τέλεια», «Καρτούλα» και «Καλή σας απόλαυση», το 2025 πολλαπλασιάστηκαν με ρυθμούς χιονοστιβάδας, διείσδυσαν σε σπίτια, προσηλύτισαν γέρους και παιδιά.
Το «Καλή σας απόλαυση» από το «Αλέρια» όπου το άκουσα πρώτη φορά πριν από χρόνια και το βρήκα φανφαρόνικο, στα όρια της αδιακρισίας, πλέον θριαμβεύει σε μεζεδοπωλεία και σκυλάδικα. Το «Τέλεια» κινείται ως drone, είναι μελετημένος παίκτης, προτιμάει να εμπεδώσει παρά να προσπεράσει σαν ρουκέτα, αυτή η στρατηγική έχει αποδώσει, ήδη ψιλικατζίδικα, τυροπιτάδικα, καφετέριες έχουν παραδοθεί αμαχητί. Η πορεία του «Καρτούλα» είναι ενδιαφέρουσα γιατί ξεκίνησε πολύ χαμηλά, χωρίς ελπίδες, σε mini-markets υπό πτώχευση και χασάπικα με άδεια ψυγεία, ύστερα αναπάντεχα εκτοξεύθηκε, πρώτα στα Εξάρχεια, μετά στο Κολωνάκι.
Είναι μια σέκτα. Ροκανίζουν το μυαλό μας. Κάποια στιγμή δίνεις όρκο, ποτέ δεν θα πεις «τέλεια» και το λες. Σε παίρνει ο κατήφορος. Δεν υπάρχει σωτηρία. Κανένας τρόπος διαφυγής. «Μετρητά ή καρτούλα;», ρωτάει ο περιπτεράς. Κι ακούς εμβρόντητος τον εαυτό σου να απαντάει με φυσικότητα «καρτούλα», σαν να μιλάει κάποιος άλλος που σου έχει αρπάξει τη φωνή.
Κουκούλλωμα
Στέλιος Ράμφος
Συγγραφέας
Η λέξι της χρονιάς είναι «κουκούλλωμα». Με δύο λάμδα μάλιστα, ώστε να μην ξεφύγη τίποτε από τα Τέμπη, τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και όσα άλλα διακοσμούν πεπραγμένα ή παραλειπόμενα της κυβερνήσεως Κυριάκου Μητσοτάκη. Θ’ αρκούσε ίσως να πω ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά δεν το αποτολμώ επειδή πρόκειται για αρκτικόλεξο τραύλισμα και πρέπει να σου πέση λαχείο για να μπης στο νόημα του πράγματος. Κρύβουμε και κρυβόμαστε από φόβο να μη φανερωθή τι πράττομε και ποιοι είμαστε. Με την σειρά του ο φόβος συγκαλύπτει αρνητική σχέσι με την ζωή και τον εαυτό μας, κάτι το οποίο μας στενεύει εσωτερικά γεμίζοντάς μας απληστία, τσιγκουνιά και δυστυχία. Ο φοβικός αναζητεί υποκατάστατα υλικών εξαρτήσεων που κινούν τα νήματα της ψυχής σαν μαριονέτας και τον βυθίζουν μέσα του ανειρήνευτα. Χωνόμαστε στο προσωπείο μας για να μας υποφέρουμε και οι ίδιοι, ζητούμε ψήφο εμπιστοσύνης στην μεταμφίεσι και την δηλώνουμε ως ταυτότητα.
Σε τι ρυθμό ζωής αντιστοιχεί το κρύψιμο; Θέλουμε να μας πιστεύουν, αλλά δεν εμπιστευόμαστε κανέναν και τίποτε προκρίνοντας την ψυχική κλεισούρα από ανασφάλεια. Δίνουμε σε σκοτεινές ορέξεις την μορφή υψηλής αποστολής, κηρύττουμε την αλλαγή των πάντων και μένουμε απαράλλαχτοι. Λατρεύοντας και τρέμοντας την «αλήθεια» μας ζητούμε προστασία στο κουκούλλωμα, καταφύγιο στο χαμηλό και το ευτελές. Ισχύς μας είναι η ασφάλεια της εξουσίας των πραγμάτων, εν επιγνώσει ότι το κουκούλλωμα συνιστά αρχέτυπο κάθε διχασμού. Για την ακρίβεια απλώνεται σαν μεταδοτική ασθένεια, καθώς μέσα στην κρύπτη νοιώθουμε την ακατάσχετη ανάγκη να προσθέσουμε και άλλα αστέρια στην επιτελική του στρατηγική, να διασκεδάσουμε κάθε ιδέα καθάρσεως. Το δράμα χωρίς κάθαρσι αφήνει την κοινωνία να σαπίζει στην συμπερίληψι των φαντασιώσεων κι ο ταυρομάχος αρειμάνια προχωρεί με το τικ-τοκ παραμάσχαλα της δικής του «αλήθειας».
Κανονικότητα
Δημοσθένης Κούρτοβικ
Κριτικός λογοτεχνίας, συγγραφέας
Ποτέ η λέξη αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο συχνά στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, και κατ’ εξοχήν στην Ελλάδα, από τις πολιτικές ηγεσίες, τις κοινωνικές ελίτ που τις στηρίζουν και τους απολογητές τους ανάμεσα στους διανοουμένους και τους δημοσιογράφους. Eχει γίνει το μάντρα της εξουσίας, ένα ξόρκι ενάντια στη γενικευμένη κοινωνική οργή και, επιπλέον, ένα έξοχο δείγμα του μοντέρνου καθεστωτικού newspeak. Γιατί «κανονικότητα» σημαίνει με αυτή τη χρήση της λέξης ακριβώς το αντίθετό της: οι πολίτες καλούνται να αποδεχθούν ως κανονικότητα την κατάργηση του κοινωνικού συμβολαίου, τις προκλητικές και συνεχώς αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες, τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα της κρατικής εξουσίας και τις ακόμη πιο σκανδαλώδεις επιχειρήσεις συγκάλυψής τους, το ροκάνισμα του κράτους δικαίου, τον εξευτελισμό των πολιτικών θεσμών, τη χειραγώγηση της Δικαιοσύνης, τον ολοένα σκληρότερο κρατικό αυταρχισμό. Με άλλα λόγια, κανονικότητα σημαίνει γι’ αυτούς που την επικαλούνται σήμερα: σκάστε και αφήστε μας ήσυχους στα πόστα μας, γιατί η Δημοκρατία κινδυνεύει από τους εχθρούς της κανονικότητας – τα πολιτικά άκρα!
Τσιφτετέλληνες
Κατερίνα Ευαγγελάτου
Σκηνοθέτις
Η λέξη της χρονιάς κουβαλάει το απόσταγμα της σκέψης του πλάστη της. Και επαληθεύτηκε με τον πιο πανηγυρικά σαρκαστικό τρόπο όταν εκείνος χάθηκε και εμείς βρήκαμε ακόμη μία ευκαιρία να φαγωθούμε σαν τα σκυλιά. Οχι, αυτή η λέξη δεν μιλάει μόνο για τον γνωστό χορό ή τις λοιπές συγγένειές μας με την Ανατολή. Είναι μια λέξη που μας βγάζει τη γλώσσα και στήνει εμπρός μας έναν καθρέφτη, που δυστυχώς εδώ και σχεδόν 40 χρόνια αποκαλύπτει τα ίδια κουσούρια. Και εμείς λικνιζόμαστε επάνω στα τραπέζια με τα γαρίφαλα κλεμμένα από τα νεκροστέφανα, μετρώντας τις δεκαετίες με τσιφτετέλια και φιάλες.


