Η Λούνα γιόρτασε την τρίτη Πρωτοχρονιά στην Εύβοια, με την οικογένειά της, που αποτελείται από άλλα ζώα –ένα σκύλο, κατσίκες, γάτες, μια γαϊδούρα, ένα γουρούνι, μεταξύ άλλων– και ανθρώπους. Ηταν φθινόπωρο του 2023 όταν έφτασε στη φάρμα-καταφύγιο της Βίκυς Καπουτσή και της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Εντρομη κατέβηκε από το φορτηγό που τη μετέφερε από τα Μέγαρα. Ολα ήταν καινούργια και απειλητικά. Για αρκετές εβδομάδες βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Κρατούσε απόσταση από τους νέους της συγκατοίκους και φοβόταν να μείνει στον στεγασμένο χώρο που της είχαν ετοιμάσει. Ακόμη και όταν έβρεχε καταρρακτωδώς, εκείνη έστεκε σε μια άκρη του κτήματος ολομόναχη. Αναμενόμενο. Δεν ήξερε τι σημαίνει ασφάλεια, φροντίδα, εμπιστοσύνη.
Είχε περάσει σχεδόν δέκα χρόνια ως διασκεδάστρια. Ο ιδιοκτήτης της την είχε κλεισμένη σε ένα στάβλο και τη νοίκιαζε σε διοργανωτές παιδικών πάρτι. Κάθε φορά, δεκάδες πιτσιρίκια χοροπηδούσαν και ούρλιαζαν από ενθουσιασμό γύρω της, κάποια ζωγράφιζαν το τρίχωμά της ή της τραβούσαν την ουρά, λες και ήταν λούτρινο παιχνίδι. Κι εκείνη είχε μάθει ότι, για να μην προκαλέσει την οργή του αφεντικού της, έπρεπε να υπομένει τα πάντα. Ηθελε να ουρλιάξει και να καλπάσει μακριά, αλλά έμενε ακίνητη, ανέκφραστη. Πού θα μπορούσε να πάει, άλλωστε, ένα πόνι; Υπέφερε και ούρλιαζε – από μέσα της. Σήμερα απολαμβάνει τη νέα ζωή της στην Ερέτρια, σίγουρη πια ότι κανείς δεν θέλει να της κάνει κακό. Εχει ένα καθαρό σπίτι, μπόλικο άχυρο και λιχουδιές (λατρεύει τα μήλα και το ψωμί), φρέσκο νερό, τρέχει πέρα δώθε ανέμελη με τη φιλενάδα της, τη γαϊδουρίτσα, κι όταν ο καιρός είναι ηλιόλουστος κάνει βαρελάκια στο ζεστό χώμα. Είναι ένα ευτυχισμένο ζώο.
Μερικές δεκάδες χιλιόμετρα βορειότερα, στον Βόλο, στα μέσα Δεκεμβρίου, ένα άλλο πόνι βρέθηκε με απόφαση του δήμου στη φάτνη της πλατείας Αγίου Νικολάου, για να συμπληρώσει τον εορταστικό διάκοσμο, σαν άψυχο αντικείμενο, δίπλα στις πλαστικές φιγούρες της Παναγίας, του Ιωσήφ και του νεογέννητου Ιησού. Μουσική στη διαπασών, ο θόρυβος της πόλης, φωνές, κορναρίσματα αυτοκινήτων, φωτορυθμικά, περαστικοί με κινητά στα χέρια που έσπευδαν να απαθανατίσουν το «θέαμα» κι εκείνο να τρέμει από τον φόβο του: ξεκάθαρη κακοποίηση. Από τη μία η ευαισθησία, η ενσυναίσθηση, ο σεβασμός απέναντι στα μη ανθρώπινα πλάσματα· και από την άλλη η σκληρότητα, η αδιαφορία, η αλαζονεία, η πεποίθηση πως ο άνθρωπος είναι κυρίαρχος των πάντων. Προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα στη χώρα; Πόσο πιο φιλόζωοι έχουμε γίνει οι Ελληνες στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα; Ποιος εαυτός μας κερδίζει σε αυτό το μπρα ντε φερ, ο καλός ή ο κακός;
Mε κατοικίδια το 70% των νοικοκυριών
«Μέσα σε αυτό το διάστημα κατακτήθηκαν πολλά. Κατ’ αρχάς, η κοινωνία των πολιτών ενισχύθηκε σημαντικά, οργάνωσε πιο αποτελεσματικά τη δράση της τόσο στο πεδίο όσο και στη συνηγορία, και συνέβαλε ώστε σήμερα η κακοποίηση ζώου να αναγνωρίζεται ως αδίκημα – και υπό προϋποθέσεις ως αδίκημα κακουργηματικού χαρακτήρα. Παράλληλα, τα νοικοκυριά με ζώα συντροφιάς αγγίζουν σχεδόν το 70% του πληθυσμού. Αν σκεφτούμε ότι περίπου ο μισός πληθυσμός ζει σε αστικά κέντρα, γίνεται σαφές πως ο μέσος Ελληνας έχει πια συχνότερη επαφή με τα ζώα και η κοινή γνώμη τα αντιμετωπίζει ως φορείς δικαιωμάτων», λέει η Ελενα Δέδε, νομικός και ιδρύτρια του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Dogs’ Voice.
«Ωστόσο, η εικόνα των αδέσποτων δείχνει ότι έχουμε ακόμη δρόμο μέχρι να γίνουμε μια κοινωνία υπεύθυνων κηδεμόνων. Ταυτόχρονα, στον δημόσιο διάλογο μπήκαν δυναμικά ζητήματα όπως η εκμετάλλευση των ζώων στη βιομηχανική κτηνοτροφία, οι βίαιες πρακτικές, οι εκκλήσεις για μείωση της κατανάλωσης ζωικών προϊόντων, αλλά και η προστασία της άγριας ζωής και της βιοποικιλότητας που συρρικνώνεται. Τα κινήματα για τα δικαιώματα των ζώων εξελίσσονται μαζί με την κοινωνία και αγγίζουν ολοένα περισσότερο τη νέα γενιά. Στο επόμενο τέταρτο του αιώνα, εύχομαι και ελπίζω ο δυτικός κόσμος να γίνει πιο οικοκεντρικός. Τα πρώτα θεμέλια υπάρχουν ήδη».
«Σε αυτό το τέταρτο του αιώνα, η Ελλάδα δείχνει κάποια πρόοδο στη φιλοζωία, όμως ο αντισπισισμός παραμένει ουσιαστικά στο περιθώριο. Παρά την αυστηρότερη νομοθεσία και την αυξημένη ορατότητα περιστατικών κακοποίησης, η κοινωνική νοοτροπία αλλάζει αργά. Τα ζώα εξακολουθούν να χωρίζονται σε κατηγορίες συμφεροντολογικής αξίας. Οσα αγαπάμε, όσα εκμεταλλευόμαστε και όσα απλώς αγνοούμε. Η εφαρμογή των νόμων είναι αποσπασματική και εξαρτάται συχνά από ιδιώτες, ενώ οι θεσμοί δείχνουν περιορισμένη συνέπεια. Παρά τις δυνατές φωνές πολιτών και συλλογικοτήτων, η κυρίαρχη αντίληψη ότι τα άλλα είδη υπάρχουν πρωτίστως για ανθρώπινες ανάγκες παραμένει σχεδόν άθικτη», επισημαίνει ο δημοσιογράφος Πέτρος Κατσάκος.
«Η πρόοδος υπάρχει, αλλά είναι αργή, εύθραυστη και συχνά επιφανειακή, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα αν θα μετατραπεί ποτέ σε ουσιαστικό ηθικό μετασχηματισμό. Και όσο η κοινωνία αποφεύγει να αμφισβητήσει τον ίδιο τον ανθρωποκεντρικό πυρήνα της, η αλλαγή θα παραμένει περισσότερο προσδοκία παρά πραγματικότητα για το σύνολο των μη ανθρώπινων ζώων».
«Η περιφέρεια υποφέρει λόγω της αδυναμίας/απροθυμίας των δήμων, του μεγάλου αριθμού κυνηγών και κτηνοτρόφων που συνδέονται με ανεξέλεγκτες γέννες και εγκαταλείψεις, της άγνοιας του νόμου και, συχνά, της αδιαφορίας των αστυνομικών αρχών».
Στους εθελοντές το βάρος
Το κίνημα του εθελοντισμού για την προστασία των ζώων έχει γιγαντωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και δεκάδες οργανώσεις έχουν δημιουργηθεί σε όλη την Ελλάδα. Μόνο που η κοινωνία των πολιτών καλείται πολλές φορές να σηκώσει βάρος που δεν της αναλογεί, καλύπτοντας κενά και ανεπάρκειες της πολιτείας και δίνοντας λύσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των αδέσποτων. Η Εμη Παπαγιαννοπούλου, ιδρυτικό μέλος της Ζωοφιλικής Ενωσης Ηλιούπολης, εθελόντρια από το 2000, το έχει βιώσει στο πετσί της.
«Στα μεγάλα αστικά κέντρα η κατάσταση είναι μερικώς ελεγχόμενη επειδή υπάρχουν σωματεία και εθελοντές. Η περιφέρεια, όμως, υποφέρει λόγω της αδυναμίας/απροθυμίας των δήμων, του μεγάλου αριθμού κυνηγών και κτηνοτρόφων που συνδέονται με ανεξέλεγκτες γέννες και εγκαταλείψεις, της άγνοιας του νόμου και, συχνά, της αδιαφορίας των αστυνομικών αρχών που δεν πράττουν τα δέοντα», εξηγεί. «Χωρίς στειρώσεις, χωρίς έλεγχο και επιβολή κυρώσεων στους δήμους που δεν διαθέτουν προγράμματα ως οφείλουν, χωρίς ουσιαστική εφαρμογή του ν. 4830/2021 χωρίς εξαιρέσεις, τα ζώα θα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται από κάποιους σαν σκουπίδια».
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η φιλοζωία στη χώρα ήταν σχεδόν αόρατη. Λίγες, διάσπαρτες οργανώσεις, κανένα ουσιαστικό θεσμικό πλαίσιο, συμφωνεί η Αννα Μαρία Ζαφειριάδου, ιδρύτρια του σωματείου Αδεσποτούλια Ξάνθης. Τα σκυλιά ήταν «για την αυλή», δεμένα και χρήσιμα και όσοι τάιζαν αδέσποτα ξεχώριζαν, όχι πάντα ευχάριστα. «Τότε πίστευα ότι το πρόβλημα μπορεί να ελεγχθεί. Ηταν μια αισιόδοξη, αλλά αφελής σκέψη. Το 2025 η εικόνα είναι διαφορετική. Υπάρχουν εκατοντάδες φιλοζωικές οργανώσεις και ένα πιο σαφές, αν και ακόμη μη εφαρμοσμένο νομικό πλαίσιο. Τα αδέσποτα έγιναν εκατομμύρια, όμως κάτι έχει μετακινηθεί βαθύτερα: τα ζώα συντροφιάς αντιμετωπίζονται πια ως μέλη της οικογένειας, παρόντα στους καναπέδες και στα κρεβάτια μας. Παράλληλα, συζητήσεις γύρω από τον βιγκανισμό και την περιβαλλοντική ευθύνη έχουν αποκτήσει χώρο και βάρος. Δεν ήταν μια άψογη διαδρομή. Ηταν όμως μια ενηλικίωση – με μώλωπες που θυμίζουν πόσο ακριβά πληρώσαμε την καθυστέρησή της…».
Αναμφισβήτητη πρόοδο διαπιστώνει και η Μυρτώ Ξανθοπούλου, σύμβουλος για τη φιλανθρωπία και την κοινωνία των πολιτών και ενεργή εθελόντρια στην οργάνωση Stray.gr. «Η φιλοζωία έχει εξελιχθεί αισθητά, κυρίως όμως σε κοινωνικό επίπεδο. Τη δεκαετία του 2000, τα περισσότερα ζώα στα σπίτια ήταν καθαρόαιμα, η κακοποίηση και η εγκατάλειψη ζώων θεωρούνταν σχεδόν φυσιολογικές και η δράση των φιλοζωικών οργανώσεων γραφική. Ακολουθώντας διεθνείς τάσεις, η ελληνική κοινωνία ανέβασε σταδιακά τον “πήχυ του αποδεκτού”, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να παίζουν καθοριστικό ρόλο, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές. Παράλληλα, η κοινωνία των πολιτών έχει ωριμάσει, με πιο οργανωμένες δομές και επαγγελματική λειτουργία», λέει, υπογραμμίζοντας ωστόσο την ανάγκη μιας περαιτέρω μετάβασης: από την απλή διάσωση στη συνηγορία για την εφαρμογή του νόμου, από τη μικρή εικόνα του ενός ζώου στη μεγάλη και συνολική της χώρας, και από την κουλτούρα φιλοζωίας στην κουλτούρα σεβασμού των δικαιωμάτων των ζώων και την ύπαρξη ενός οργανωμένου κράτους δικαίου.
«Ο νόμος έχει αλλάξει και είναι ένας σύγχρονος νόμος, αλλά δεν εφαρμόζεται. Το κράτος βρίσκεται ακόμη είκοσι πέντε χρόνια πριν: οι δήμοι είναι αδιάφοροι, η αστυνομία κάνει τα στραβά μάτια, η εισαγγελία δεν προλαβαίνει και δεν ενεργεί. Το κράτος εξακολουθεί να μεταθέτει την ευθύνη στους εθελοντές – και δυστυχώς το έχουμε κακομάθει τόσα χρόνια. Η ανάγκη πίεσης ώστε η πολιτεία να προλάβει, επιτέλους, την κοινωνία είναι πιο επιτακτική από ποτέ», τονίζει. Να προλάβει… Ακριβώς. Γιατί για τουλάχιστον τέσσερα εκατομμύρια αδέσποτα «εκεί έξω» –πεινασμένα, κακοποιημένα, άρρωστα– ο χρόνος μετράει αντίστροφα.
Στη μοίρα τους τα άγρια ζώα
Οι άνθρωποι που ασχολούνται με την προστασία και τα δικαιώματα των ζώων, στην πλειονότητά τους, λοιπόν, συμφωνούν ότι στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι πέντε ετών υπάρχει πράγματι μια βελτίωση, στο επίπεδο της παιδείας και της συμπεριφοράς, αλλά κυρίως απέναντι στα ζώα του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, στα ζώα συντροφιάς. Για την άγρια ζωή δεν ισχύει το ίδιο και ο Μάριος Φουρνάρης, διευθυντής του Συλλόγου Περίθαλψης και Προστασίας Αγριων Ζώων «Αλκυόνη», το γνωρίζει καλά.
«Οι προσπάθειες προστασίας ορισμένων πυρήνων βιοτόπων πέφτουν στο κενό λόγω οικονομικών συμφερόντων. Η αναχρονιστική νομοθεσία του κυνηγιού παραμένει ίδια ή και χειρότερη. Οι παράνομες μέθοδοι σύλληψης μικρών πτηνών συνεχίζονται. Η υπεραλίευση και η παράνομη αλιεία επιδεινώνουν την κατάσταση του θαλάσσιου περιβάλλοντος», σχολιάζει. «Τέλος, πέρα από τις ανθρωπογενείς δράσεις, η κλιματική κρίση έρχεται με ταχύτητα να επιδεινώσει το ήδη υποβαθμισμένο περιβάλλον, με αποτέλεσμα για ορισμένα είδη και σε αρκετές περιοχές να υπάρχει ήδη η απειλή της κατάρρευσης. Ο αγώνας για τον σεβασμό και τη δίκαιη συμπεριφορά απέναντι σε όλα τα ζώα θα περάσει στις επόμενες γενιές, με τη δική μου γενιά, το ομολογώ με απέραντη ντροπή, να τον έχει προδώσει…».
Θετικό πρόσημο βάζουμε, επομένως, ή αρνητικό σε αυτό το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα; Αναμφίβολα θετικό, αλλά με πολλούς «επώδυνους» αστερίσκους. «Tα πρώτα χρόνια, όταν με έβλεπαν να ταΐζω και να φροντίζω γάτες και σκύλους στις γειτονιές, ήμουν “η βρωμιάρα, η ανέραστη, η τρελή”. Σήμερα, οι εθελοντές δεν αντιμετωπίζουμε πια τόσο μεγάλη εχθρότητα, ωστόσο σημαντικός αριθμός συμπολιτών μας εξακολουθεί να μας βλέπει με δυσπιστία», καταλήγει η Εμη Παπαγιαννοπούλου. «Επιπλέον, πιστεύουν ότι οφείλουμε να είμαστε διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή, για κάθε λογής περιστατικό. Και αυτό δεν μας κοστίζει μόνο σε χρόνο και χρήμα αλλά, κυρίως, σε ψυχική καταπόνηση. Την ενσυναίσθηση για τα ζώα την πληρώνουμε πολύ ακριβά, ματώνοντας».

