Εικόνα πρώτη. Το παλιό τηλεκοντρόλ του παππού. Η σχέση μαζί του υπήρξε σχεδόν μεταφυσική. Ο κυρίαρχος χειριστής παππούς είχε φροντίσει ώστε η θήκη για τις μπαταρίες να είναι ασφυκτικά τυλιγμένη με λαστιχάκια. Το κουμπί «5» είχε ξεκολλήσει και κατόπιν επανατοποθετηθεί αυτοσχέδια. Εάν παίρναμε την άδεια να κάνουμε ζάπινγκ, έπρεπε την καθιερωμένη ώρα των ειδήσεων να το επιστρέφουμε σώο. Εάν κάποιο λάστιχο είχε ξεχαρβαλωθεί, εάν κάποιο κουμπί είχε μπατάρει, σήμανε συναγερμός.
Ισως κάποιος σήμερα να διακρίνει έναν ιδεοψυχαναγκασμό σε εκείνη τη στάση του παππού κατά τις αρχές του μιλένιουμ. Στην πραγματικότητα, η αγωνία για το τηλεκοντρόλ δεν σχετιζόταν με κάποια αυστηρή προδιάθεση απέναντι στα εγγόνια, αλλά με μια μέριμνα ώστε, διά της λειτουργικότητας του τηλεκοντρόλ, να διασφαλιζόταν η λειτουργικότητα του νοικοκυριού.
Οι ώρες του ζάπινγκ αντανακλούσαν την –έμφυλη– οργάνωση του σπιτιού. Δελτίο ειδήσεων μετά το μεσημεριανό και πριν από τη σιέστα. Μετά, αναλάμβανε η γιαγιά. Ανάπαυλα από τις πρωινές δουλειές με «μεσημεριανάδικα» και το απόγευμα η καθημερινή δραματική σειρά, πριν δοθεί ξανά η σκυτάλη στον παππού για μαραθώνιο ειδήσεων.
Ο 21ος αιώνας βρήκε τα ελληνικά νοικοκυριά με εμπεδωμένες τηλεοπτικές συνήθειες. Και ας μας φοβέριζαν οι μεγάλοι για το «χαζοκούτι», που θα μας «κάνει τα μάτια τετράγωνα». Το «χαζοκούτι» ήταν αναπόσπαστο αξεσουάρ στα σαλόνια και το περιεχόμενο που εξέπεμπε, ρυθμιστής των κοινών αναφορών μας κατά τις –φαινομενικά– ευοίωνες αρχές των ελληνικών ’00s.
Το «Ιντερνέτ» της γιαγιάς
Εικόνα δεύτερη. Στο σπίτι του παππού, χωρίς το παλιό τηλεκοντρόλ. Παππούς και γιαγιά για χρόνια δεν αποχωρίζονταν το τηλεκοντρόλ ούτε, βέβαια, την τηλεόραση με τον υπερμεγέθη «ποπό». Εδιναν την άνιση μάχη με τον αποκωδικοποιητή, όμως οι τεχνικές ανακολουθίες δεν μπορούσαν να ιαθούν με σελοτέιπ και λαστιχάκια. Μαζί με τη νέα πλάσμα τηλεόραση μπήκε στο σπίτι και ένα ακόμη εξάρτημα. «Ιντερνέτ», όπως έλεγε η γιαγιά, η οποία –σαν επίτηδες– τονίζει πάντα λάθος καθετί ξενικό.
Για τα εγγόνια, πάλι, η μετάβαση στον κόσμο του Διαδικτύου είχε συντελεστεί μία δεκαετία πριν, όταν ξεκινούσε μαζί με την εφηβεία, η οικονομική κρίση. Δεν υπήρχε ακόμη σκρόλινγκ. Το Διαδίκτυο έμοιαζε περισσότερο με ένα σκοτεινό δωμάτιο, μια πόρτα διαφυγής από τον γονεϊκό «ξερολισμό».
Το ελληνικό on-line οικοσύστημα ακόμη μπουσουλούσε: φόρουμ, μπλογκ, σταδιακά Facebook, gaming, μέχρι που το ελληνικό ΥouΤube άρχισε να περνάει από την προϊστορία στην Ιστορία. Αθυρόστομο, πολιτικά μη ορθό, αλλά οικείο στους γλωσσικούς κώδικες των πιτσιρικάδων. Ταυτόχρονα, στην πρώτη του φάση, χειροποίητο, αμόλυντο από χορηγούς και διαφημίσεις. Μια κάμερα κινητού αρκούσε για να γίνει κάποιος «δημιουργός». Μέσα σε λίγα χρόνια, η οικιακή βιοτεχνία θα μετατρεπόταν από χαβαλές αυθορμησίας στη βαριά –και επικερδή– βιομηχανία του «influencing».
(Α)συνέχειες
«Κάθε νέο ψέμα της διαφήμισης είναι η ομολογία του προηγούμενου», παρατηρούσε ήδη από τη δεκαετία του 1960 ο Γκι Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του θεάματος». Οπως επιβεβαιώνει η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Ιωάννα Βώβου, αυτό που παρουσιάζεται ως καινοτομία δεν γεννιέται εκ του μηδενός. Ετσι οι διαδικτυακές περσόνες διαδέχτηκαν τις τηλεοπτικές ιέρειες του τηλεμάρκετινγκ υιοθετώντας συνήθειές τους. Πιο χαρακτηριστική εξ αυτών, η αυτοαναφορικότητα, η οποία στο μεταξύ είχε γίνει από μόνη της «μπίζνα» στον σοσιαλμιντιακό ωκεανό της κλειδαρότρυπας και του προσωπικού ριάλιτι.
Το «ορθόδοξο» τηλεοπτικό ριάλιτι, πάντως, δεν εξέλιπε – έστω και αν το πρώτο «Big Brother» παραμένει μια άπιαστη κορυφή συλλογικής καθήλωσης στη μικρή οθόνη. Σε μια απρόσμενη στροφή της μιντιακής ιστορίας, 15 χρόνια μετά τις περιπέτειες του Πρόδρομου και του Τσάκα, ο ριάλιτι πυρετός θα αναβίωνε –εν μέσω μνημονίων– με τους άθλους του Ντάνου στον Αγιο Δομίνικο. Είχε προηγηθεί το ταραχώδες καλοκαίρι του 2015, κατά το οποίο το ζάπινγκ συχνά μάς οδηγούσε στο κανάλι της Βουλής.
«Η ροή ειδήσεων δεν ελέγχεται από τα Μέσα αλλά από τα αλγοριθμικά ιεραρχημένα news feeds των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης. Είναι μια μετατόπιση ισχύος από τους εκδοτικούς οργανισμούς προς τους τεχνολογικούς κολοσσούς».
Κατακερματισμός
Από τους «Αγανακτισμένους» μέχρι την πανδημία, ζάπινγκ και σκρόλινγκ ακολουθούσαν παράλληλες διαδρομές στην πιο βαριά πολιτική τους διάσταση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αφενός, έδωσαν χώρο σε μια «από τα κάτω» κινητοποίηση κοινωνικών ομάδων, αφετέρου, σε πολλά σοσιαλμιντιακά feed αυγάτισαν θεωρίες συνωμοσίας και fake news. Οσο μαίνονταν οι καινοφανείς μάχες του hashtag στο «πολιτικοποιημένο»Twitter, τα παραδοσιακά ΜΜΕ έβλεπαν τη σχέση εμπιστοσύνης με το κοινό να δοκιμάζεται.
Ρωτάμε την επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ Μαρίνα Ρήγου σχετικά. Οπως λέει, η αρχικά χειραφετητική διάσταση των νέων μέσων που έδωσαν τη δυνατότητα συμμετοχής του κοινού στη δημόσια σφαίρα με την παραγωγή περιεχομένου, μεταλλάσσεται καθώς ο ψηφιακός κόσμος κατακλύζεται από ψευδείς ειδήσεις, deepfakes, trolls και bots, μετατρέποντας την ελευθερία σε ασυδοσία της έκφρασης και το δικαίωμα στην πληροφόρηση, έκθεση στην παραπληροφόρηση. Η αλγοριθμική ηγεμονία –συνεχίζει– ευνοεί τον ακραίο και τοξικό λόγο, που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από την «οικονομία της προσοχής», κυρίαρχη και στον διαδικτυακό χώρο.
Η κουλτούρα του viral έμελλε να ηγεμονεύσει για να αναδιαμορφώσει την ταξινόμηση της ειδησεογραφίας, παρατηρεί η κ. Βώβου. Πλέον, οι ειδήσεις στα παραδοσιακά μέσα και στην τηλεόραση κατακερματίζονται, καθώς αυτό που «πουλάει» δεν ακολουθεί τους παραδοσιακούς κανόνες ιεράρχησης, εξηγεί. Η αίσθηση κυριαρχίας που μας παρείχε το τηλεκοντρόλ –όπως τονίζει η καθηγήτρια– μετασχηματίζεται. Πλέον το θέαμα γίνεται προέκταση του χεριού μας, αποκτούμε απτική επαφή με αυτό. Το αγγίζουμε, αλλά δεν το ελέγχουμε.
«Η εμφάνιση των νέων μέσων άλλαξε αυτό ακριβώς: σχετικοποίησε την εξουσία της αποκλειστικότητας στον ορισμό της ειδησεογραφικής ατζέντας από τα παραδοσιακά μέσα και κατήργησε τον ρόλο του “πυλωρού” στη ροή της πληροφορίας που μέχρι τότε κατείχαν», συμπληρώνει η κ. Ρήγου. «Η ροή ειδήσεων δεν ελέγχεται από τα Μέσα αλλά από τα αλγοριθμικά ιεραρχημένα news feeds των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης. Είναι μια μετατόπιση ισχύος από τους εκδοτικούς οργανισμούς προς τους τεχνολογικούς κολοσσούς», προσθέτει.
Την τάση του κατακερματισμού ακολούθησε και η πολιτική επικοινωνία. Τα τηλεοπτικά πάνελ από σημεία αναφοράς μετατράπηκαν σε ευκαιρίες για πολιτευτές να τροφοδοτούν τους λογαριασμούς τους στο TikTok με μονταρισμένα «short videos». Ο πολιτικός λόγος τεμαχίζεται και το μήνυμα πρέπει να εκφραστεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μέσα σε μερικά καρέ – μελετημένα να διαρκούν τόσο ώστε να μην επέλθει η πλήξη του χρήστη, που ετοιμάζεται να καταναλώσει το επόμενο οπτικοακουστικό «σφηνάκι».
«Το ψηφιακό marketing συναντά την πολιτική και οι υποψήφιοι απευθύνονται με ένα προσαρμοσμένο στους ψηφοφόρους μήνυμα στη λογική της “πολιτικής αγοράς”», επισημαίνει στην «Κ» η κ. Ρήγου. O αείμνηστος παππούς, που έζησε τον πυρετό της Μεταπολίτευσης, μάλλον θα δυσκολευόταν να κατανοήσει πώς ο Στέφανος Κασσελάκης έγινε ηγέτης ενός κόμματος της Αριστεράς. Η εξέλιξη των πραγμάτων, βέβαια, κάνει τη κ. Ρήγου να συμπεράνει ότι η καλή διαχείριση των νέων μέσων προφανώς δεν αρκεί.
«Παρατράγουδα»
Εικόνα τρίτη. Προεφηβικό μάζεμα με τηλεκοντρόλ. Μέσα δεκαετίας 2000. Από το τραγουδιστικό ριάλιτι κανείς από την παρέα δεν προσδοκά τη μεγάλη ερμηνεία. Αντιθέτως, περιμένουμε τη μηδενιστική κριτική του καυστικού μάνατζερ. Θα την έχει πυροδοτήσει η κακοφωνία κάποιου ανυποψίαστου διαγωνιζόμενου. Πήγε με το όνειρο καριέρας και φεύγει έχοντας γίνει βορά στο πανελλήνιο.
Κάποιοι στην παρέα έχουν μυηθεί και στα πιο «σκληρά» θεάματα· στους ήρωες που μεσουρανούν στα νυχτερινά «παρατράγουδα». Η χλεύη δεν ήταν και τόσο «ένοχη» απόλαυση στην αναλογική εποχή. «Από το “Ερωτοδικείο” μέχρι τις εκπομπές “εξομολόγησης” και τα “Παρατράγουδα”, καταγράφεται μια πορεία όπου άνθρωποι που παραδοσιακά δεν είχαν φωνή χρησιμοποιούνταν ως ψυχαγωγία με όρους κυνισμού», επιβεβαιώνει η κ. Βώβου.
Κι ενώ –όπως λέει– μετά την πανδημία και το ελληνικό #MeToo υψώθηκαν αναχώματα απέναντι σε αυτές τις τηλεοπτικές τάσεις, στοιχεία κακοποιητικής κουλτούρας εντοπίζουμε διάχυτα στον δημόσιο λόγο. Τα ίδια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άλλωστε, διαμόρφωσαν τις δικές τους αρένες. «Η πλέον απάνθρωπη περίπτωση είναι αυτή της κακοποίησης ανθρώπων –και μάλιστα με νοητική υστέρηση– σε δημόσια θέα μέσω livestreaming με πληρωμή», τονίζει η Μαρίνα Ρήγου.
Επιστροφή στο μέλλον
Εικόνα τέταρτη. Ιδιες εικόνες με ή χωρίς τηλεκοντρόλ. Είναι γεγονός ότι μέσα στο πρώτο τέταρτο του αιώνα οι πλατφόρμες, το streaming, ακόμη και η πειρατεία, άνοιξαν δρόμους. Οι σινεφίλ, για να ανακαλύψουν σπάνια αριστουργήματα, δεν χρειαζόταν να αναμένουν τα τηλεοπτικά αφιερώματα του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου ούτε να ρυθμίζουν το DVD recorder ώστε να «γράψει» ένα φιλμ που προβάλλει η τηλεόραση. Οι τηλεοπτικές αναφορές διεθνοποιήθηκαν. Μέχρι και οι παλιοί διεύρυναν τις κεραίες τους. Η συνδρομή σε μια πλατφόρμα αρκούσε.
Εσχάτως, όμως, παρατηρείται η τάση ακόμη και οι άγουροι zoomers να προβάλλουν στα νέα μέσα παλιές εικόνες. Σειρές των ’90s και των ’00s αναβιώνουν ως διαδικτυακά σκετσάκια. Δημοσίευμα του BBC ανέφερε ότι οι νεότερες γενιές αναζητούν ρετρό τεχνολογικά αντικείμενα. Η σύγκριση ανάμεσα στο νωχελικό παρόν κόντρα στο δυναμικό παρελθόν γίνεται σύνηθες εύρημα στην κωμωδία. «Το ρετρό προσφέρει τη γρήγορη και εύκολη υπόσχεση μιας ελάχιστης παραλλαγής σε μια ήδη οικεία ικανοποίηση», έγραφε ο συγγραφέας-φιλόσοφος Μαρκ Φίσερ.
Η κ. Βώβου επισημαίνει ότι οι αλλαγές στα Μέσα δεν συντελούνται εν κενώ, όσο μεγάλες κι αν μοιάζουν. «Οι τηλεοπτικοί δέκτες ήταν δυσεύρετοι, μετά μπήκαν στα καφενεία, κατόπιν σε κάθε σπίτι. Η χρήση του Μέσου αλλάζει, υπάρχει όμως μια διαδρομή την οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε». Εν ολίγοις, η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας δεν ξεγράφει τη διαδρομή σφυρηλάτησης της πολιτισμικής κουλτούρας. «Η τηλεόραση είναι ακόμη εδώ και μπορούμε ακόμη να την επιλέξουμε από όποια συσκευή θέλουμε και συνεχίζει να παίζει καθοριστικό ρόλο. Η τηλεόραση και τα social media, αλληλοτροφοδοτούνται», προσθέτει στο ίδιο πνεύμα η κ. Ρήγου. Ισως, λοιπόν, το επιμύθιο της μετάβασης από το ζάπινγκ στο σκρόλινγκ να εντοπίζεται στην αντιφατική αυτή εικόνα: από τη μία μιας ταχείας εξέλιξης των Μέσων και από την άλλη μιας νοσταλγίας για το παλαιότερο καθεστώς υλικότητας – για το τηλεκοντρόλ του παππού.

