Σχολική τάξη γυμνασίου στον Πειραιά, γύρω στο 2005. Ο πρωινός ήλιος φωταγωγεί την αίθουσα και το Πασαλιμάνι λαμπυρίζει από τα παράθυρα, καθώς η καθηγήτρια Θρησκευτικών εξηγεί περιχαρής στους μαθητές τις βασικές διαφορές μεταξύ ορθόδοξων χριστιανών και όλων των άλλων, χριστιανών και μη. Ο μονόλογός της φθάνει σε ένα σημείο που, αν κρίνει κανείς από τον ενθουσιασμό της, είναι μάλλον το αγαπημένο της: «Eχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μυρίζουν άσχημα οι μαύροι;». Η τάξη την κοιτάει απορημένη. Μυρίζουν όντως άσχημα οι «μαύροι»; Κάποια από τα παιδιά το πιστεύουν· κάποια άλλα χαχανίζουν μεταξύ τους. Oλα, πάντως, περιμένουν μια απάντηση.
«Μα επειδή είναι αβάπτιστοι και δεν έχουν αλειφθεί με μύρο!», απαντάει η καθηγήτρια, ικανοποιημένη από τον εαυτό της. Πολλά από τα παιδιά την κοιτούν εκστασιασμένα κι αρχίζουν να τη ρωτάνε: «Oντως, κυρία; Αυτός είναι ο λόγος;». «Εμ φυσικά, αυτός είναι ο λόγος!», τα διαβεβαιώνει. Η διαβεβαίωση συνοδεύεται από χαρακτηριστικές, μανιακές σχεδόν, κινήσεις του κορμού και των χεριών της καθηγήτριας. Η κυρία Κ. θεωρεί ότι λέει κάτι αυτονόητο και παράλληλα διαφωτιστικό.
Στο ίδιο σχολείο ακούστηκαν πολλά παρόμοια πράγματα εκείνα τα χρόνια. Μια άλλη καθηγήτρια, φιλόλογος, που για κάποιο λόγο τής επιτρεπόταν να διοργανώνει και προγράμματα ψυχικής ενδυνάμωσης των μαθητών, χωρίς να είναι σαφές αν διαθέτει σχετικά διαπιστευτήρια, επιχείρησε μια φορά να μιλήσει στους μαθητές της πρώτης γυμνασίου για έναν διαβόητο μαθητή της τρίτης. Ο μαθητής εκείνος ήταν λίγο περίεργος. Φαινόταν μεγαλύτερος από τους περισσότερους, ήταν εκκεντρικός, μιλούσε κάπως αντισυμβατικά. Είχε και αστείο επίθετο που ενίσχυε τη λοξή του φήμη. «Μην τον παρεξηγείτε», είπε η καθηγήτρια συνωμοτικά μια μέρα στην τάξη. «Απλώς μείνετε μακριά του. Το πρόβλημά του είναι τεράστιο: έχει… διαστροφή». Ο μαθητής ήταν απλώς γκέι.
O,τι συνέβαινε σ’ εκείνο το σχολείο δεν ήταν πρωτότυπο. Τα ίδια συνέβαιναν και σε άλλα σχολεία, τα ίδια λέγονταν σε σπίτια, τα ίδια επαναλαμβάνονταν σε εργασιακούς χώρους, τα ίδια ακούγονταν στις τηλεοράσεις. Τα ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν απλώς στους ανθρώπους να ασχημονούν δίχως φίλτρο εις βάρος όσων παρεξέκλιναν του κανόνα, αλλά κατά κάποιον τρόπο τούς εκπαίδευαν να το κάνουν. Η κοινωνία ήταν σε μεγάλο βαθμό άγρια και ασυγκράτητη.
Τα 20 χρόνια που πέρασαν δεν είναι ούτε πολλά ούτε λίγα. Και, παρότι κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι ζει σε περιβάλλον πλήρως απαλλαγμένο από το μίσος, η πρόοδος που έχει σημειωθεί είναι προφανής σε κάθε άτομο που έχει μνήμες από τότε. Μέσα σε αυτό το διάστημα, ο κόσμος έχει εξευγενιστεί τόσο, ώστε μερικές φορές μπερδευόμαστε και πιστεύουμε ότι ήταν έτσι ανέκαθεν. Δεν ήταν. Πριν από 20 χρόνια, η ιδιότητα του χυδαίου προστατευόταν με τρόπο σχεδόν θεσμικό, ενώ όποιος αντιδρούσε στην ηθικά νομιμοποιημένη χυδαιότητα θεωρείτο παράλογος και ύποπτος.
Δεν σταμάτησαν, βέβαια, οι άνθρωποι να προσβάλλουν ανθρώπους με το πέρασμα των ετών. Δεν έπαψαν παιδιά κι ενήλικοι να δέχονται bullying για το σώμα, το χρώμα και τις πεποιθήσεις τους. Σταμάτησε όμως η αναίτια προσβολή να θεωρείται φυσιολογική και να γίνεται αποδεκτή στην έκταση που γινόταν κάποτε. Η κουλτούρα μεταβλήθηκε και το δίκαιο επανακαθορίστηκε νομικά και κοινωνικά. Αρχίσαμε να μιλάμε για τα συναισθήματά μας, να επικοινωνούμε κοσμιότερα, να απομονώνουμε και να αποδομούμε λογικά τις συμπεριφορές που πληγώνουν (στο σχολείο, στο γραφείο, στη Βουλή).
Πριν από τη «woke κουλτούρα» των τελευταίων ετών συνέβη, λοιπόν, μια άλλη αφύπνιση την οποία κανείς δεν σκέφτηκε να κατονομάσει ως τέτοια καθώς αυτή διαδραματιζόταν. Η σταδιακή άνοδος του καθημερινού ανθρωπισμού που έκοψε τον αέρα όσων πότιζαν τον δημόσιο λόγο με κακία ήταν ένα διόλου αυτονόητο πρόκριμα για ό,τι θεωρείται σήμερα προοδευτικό και με τη σειρά του οδηγεί σε νέες διεκδικήσεις. Η κοινωνική συνύπαρξη του 2005 δεν ήταν ίδια με του 2015 και το 2025 είναι πάλι διαφορετική.
Κυνηγώντας τη «βασική ευτυχία»
Αν κάποιος δυσκολεύεται σήμερα να αποδεχθεί ότι δύο άνδρες παντρεύονται, πριν από 20 χρόνια ίσως δυσκολευόταν να αποδεχθεί έναν άνδρα που φορούσε μη «αρρενωπά» χρώματα ή δεν παθιαζόταν με το ποδόσφαιρο. Η προοπτική θέαση της εξέλιξης προδίδει την εξωφρενικότητα όσων χρειάστηκε να ξεπεράσουμε για να κατακτήσουμε στοιχειώδεις συναινέσεις και να εκπληρώσουμε προδιαγραφές βασικής ευτυχίας.
Oσοι διαμαρτύρονται για τη «woke κουλτούρα» είναι πιθανό να μην έχουν συλλάβει πώς το «woke» στη διαχρονία του έχει συμβάλει και στη δική τους ευημερία: μια αντιδημοφιλής επιλογή ζωής, ένα ασυνήθιστο μουσικό γούστο, μια κουβέντα πέρα από τα καθιερωμένα, ακόμη κι ένα κούρεμά τους πριν από όχι και τόσο πολλά χρόνια θα μπορούσε να επισύρει χλευασμό και στιγματισμό όχι μόνο στον δρόμο, αλλά και στο οικογενειακό τραπέζι.
Το ότι σήμερα έχουμε την πολυτέλεια να διαμορφώνουμε πιο πολυσυλλεκτικούς εαυτούς απ’ ό,τι πριν χωρίς να απολογούμαστε γι’ αυτό οφείλεται στη «woke» τροπή των πραγμάτων. Οπισθοδρομικοί, συντηρητικοί και προοδευτικοί πολίτες είναι όλοι τους πιο ελεύθεροι, επειδή, ακόμη κι αν δεν εξαφανίστηκε πλήρως, η «casual» κακοήθεια δεν έχει πια τα πολιτισμικά ερείσματα που είχε.
Eχει και το «woke» τις παρεκτροπές του. Από την πολιτική εργαλειοποίηση των ποινικών διώξεων για «ρητορική μίσους» μέχρι το «cancel culture», αποδείχθηκε ότι ακόμη και τα ανθρωπιστικά ρεύματα μπορούν να αποβούν σαρωτικά, εκδικητικά κι αυταρχικά, δηλαδή εντελώς άσχετα από τον αρχικό σκοπό τους. Eχει ειπωθεί κιόλας ότι το πολύ «woke» μπορεί να αναιρέσει την πρόοδό μας· ότι ενδέχεται να μας γυρίσει στις εποχές όπου η πολιτική ορθότητα λογιζόταν σαν σειρήνα περιπολικού που διαλύει ένα μεγάλο πάρτι. Ωραίες θεωρίες. Το θέμα είναι άλλο: έλειψε πραγματικά σε κανέναν το πάρτι εκείνο;
