Θυμάμαι τον ήχο: πρώτα η κλήση –κάθε νούμερο ξεχωριστά– και μετά κάτι περίεργα συριστικά σήματα σύνδεσης, λες και επικοινωνούσαμε με το υπερπέραν. Ετσι μπαίναμε στο Ιντερνετ την αυγή του 21ου αιώνα. Στην εφημερίδα υπήρχε μόνο ένας υπολογιστής. Η οθόνη ήταν βαρετή, μονόχρωμη και οι εφαρμογές περιορισμένες: e-mails και μερικές υποτυπώδεις ιστοσελίδες. Στο σπίτι, με μόνο μια τηλεφωνική γραμμή υπήρχε διαρκής οικογενειακός διχασμός: «Κλείσε το τηλέφωνο, θέλω να μπω στο Ιντερνετ».
Το Yahoo μου το έχω ακόμη, κειμήλιο Νιγηριανών πριγκιπόπουλων που μου κληροδοτούσαν όλη τους την περιουσία, αλυσιδωτών e-mails (chain mail) με την προτροπή «προώθησέ το σε άλλους δέκα και θα έχεις καλή τύχη», συνεντεύξεων, ερώτων και ταξιδιών. Θα πρέπει να μου το έχουν χακάρει γύρω στις 100 φορές, να έχει γεμίσει το inbox άλλες τόσες, αλλά δεν το αλλάζω. Εχει μουσειακή αξία.
Το πρώτο πλήγμα
Η ευτυχία του Napster κράτησε λίγο. Μόλις λίγους μήνες πρόλαβα να κατεβάσω ό,τι τραγούδι μου ερχόταν στο κεφάλι, αν και πάντα ανησυχούσα μη φάω κανέναν ιό. Σε blog έφαγα το πρώτο μου shitstorm-περιορισμένης κλίμακας. Εμπαιναν οι μετρημένοι στα δάχτυλα φίλοι της μπλόγκερ με το ποιητικό ψευδώνυμο (κάποια χρόνια αργότερα έμαθα ποια είναι και μετά μια μετωπική σύγκρουση τα βρήκαμε), ανώνυμοι κι αυτοί, και έλεγαν ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του: για τον νεποτισμό που με ανέδειξε, για τα κείμενά μου που ήταν προϊόντα λογοκλοπής, για την ερωτική μου ζωή, ακόμη και για τις σχολικές μου επιδόσεις. Εκανα μέρες να κοιμηθώ, ένιωθα δαρμένη.
«Τώρα δα μπήκες στο Διαδίκτυο;», θυμάμαι τον πατέρα μου να απορεί λίγο αργότερα, στα μέσα προς τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, όταν το Ιντερνετ είχε γίνει πιο ελκυστικό και είχε μετακομίσει πλέον στο smartphone. Ηταν για εκείνον ένας άπιαστος παράδεισος, μια ουτοπία απρόσιτη για ηλικιωμένους. Δεν το χωρούσε το μυαλό του τι συνέβαινε εκεί. Φωτογραφίες, βίντεο, πολιτικές αντιπαραθέσεις, αυτόματες αναζητήσεις, εισιτήρια, διαδικτυακό φλερτ, αγορές βιβλίων και ρούχων. Οταν ανακάλυψε τα σόσιαλ μίντια, με ρωτούσε: «Θα βάλεις μια φωτογραφία μου να δούμε πόσα likes θα πάρει;».
Ηταν η εποχή της ελπίδας: τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα ενθάρρυναν, λέει, την ελευθερία έκφρασης, ο λόγος θα έρρεε αδιαμεσολάβητος, δεν θα χρειάζονταν πλέον ΜΜΕ να καταγράψουν μια είδηση. Ολοι οι πολίτες θα γίνονταν ρεπόρτερ και θα κατέγραφαν με ή σε ένα κινητό: την αραβική άνοιξη, το #ΜeΤoo, διεθνείς επαναστάσεις. Αντιπολιτευτικές φωνές θα ηχούσαν σε όλο τον κόσμο, ακόμη και στα πιο πνιγηρά καταπιεστικά καθεστώτα. Οι μειονότητες θα χειραφετούνταν, το περιθώριο θα έβγαινε στο προσκήνιο. Η εμβάθυνση της δημοκρατίας φάνταζε τότε μονόδρομος, μόλις λίγα χρόνια προτού ξεσπάσει το σκάνδαλο Cambridge Analytica για τη χειραγώγηση των χρηστών, εντοπιστούν οι φάρμες των τρολς στη Ρωσία και μάθουμε τι είναι τα bots.
Αγωγός λυμάτων
Τα σκέφτομαι όλα αυτά με τρυφερότητα τώρα που η «σκατοποίηση» (enshittification) – όρος που επινόησε ο ειδικός σε θέματα τεχνολογίας Κόρι Ντοκτόροφ το 2022– του Ιντερνετ είναι πια καθημερινή πραγματικότητα. Η διαδικτυακή εμπειρία έχει γίνει αφόρητη, μια διαρκής πηγή εκνευρισμού. Τα σόσιαλ μίντια είναι γεμάτα διαφημίσεις. Προσπαθείς να σκρολάρεις και ξαφνικά παγώνει η οθόνη κι ένα ρολόι κάτω δεξιά χρονομετράει τα νεύρα σου: «5, 4, 3…».
Ο αλγόριθμος βγάζει διαρκώς πράγματα που έχεις συζητήσει πριν από τρία λεπτά. «Σκέφτομαι τελικά να πάρω Adidas…», τσουπ μπροστά σου το Samba 120 ευρώ, αν κάνεις το λάθος και πατήσεις δεν θα σε αφήσει ήσυχο για τα επόμενα τρία χρόνια, θα σε ακολουθούν τα cookies μέχρι στο κρεβάτι. «Μα, πάρε ένα Samba!», θα σου λέει εκεί που είσαι στην προυστική φάση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου και τότε ακριβώς είναι που θα το αγοράσεις. Οι φίλοι μου διατείνονται ότι συχνά εμφανίζονται μπροστά τους καταναλωτικά αγαθά που απλώς έχουν περάσει από το μυαλό τους, χωρίς να τα ονοματίσουν. Οι συσκευές δεν μας ακούν μόνο, μας ψεκάζουν κι από πάνω.
Την ώρα που μου κόβουν τα μαλλιά στέλνω e-mails. Στην κίνηση ακούω ειδησεογραφικά podcasts. Μασάω και πληρώνω online λογαριασμούς. Ο ξανακερδισμένος χρόνος, όμως, αυτός που εξοικονομώ από το multitasking, πάντα καταλήγει να μου διαφεύγει.
Παγίδευση σε τρία στάδια
Η «σκατοποίηση», σύμφωνα με τον Ντοκτόροφ, εκτυλίσσεται σε τρεις φάσεις: πρώτον, μια εταιρεία καλοπιάνει τους χρήστες, προσελκύοντας πλήθος ανθρώπων με ψεύτικες υποσχέσεις. Δεύτερον, με αυτό το μαζικό κοινό ενοποιημένο, η εταιρεία στρέφεται προς τις επιχειρήσεις. Υποβαθμίζει κάποια χαρακτηριστικά της, διακινδυνεύοντας τη σχέση της με τους χρήστες, αλλά οι διαφημιζόμενοι είναι πιο ενδιαφέροντες πελάτες. Πρόκειται για το χρονικό σημείο κατά το οποίο το τάιμλαϊν μας στο Facebook, π.χ., γεμίζει με διαφημίσεις. Τρίτον, η εταιρεία υποχρεώνει τον χρήστη να καταδυθεί σε «ένα γιγάντιο σωρό από σκουπίδια», καθιστώντας την πλατφόρμα χειρότερη τόσο για τους χρήστες όσο και για τις επιχειρήσεις.
Στόχος, ο περαιτέρω πλουτισμός των ιδιοκτητών και των στελεχών της εταιρείας. Σε αυτήν τη φάση το τάιμλαϊν στο Facebook έχει μετατραπεί σε μια παρέλαση από βίντεο με προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης και ιστοσελίδες με τίτλους-παγίδες που εκλιπαρούν την προσοχή του χρήστη. Ισως το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι το TikTok, το οποίο καλλιεργεί μια αέναη διάσπαση της συγκέντρωσης με το σκρολάρισμα σύντομων βίντεο διανθισμένων με τοποθέτηση προϊόντων ή και κανονικών διαφημίσεων. Το Χ, ελέω Eλον Μασκ, έχει γίνει πεδίο ακροδεξιών θεωριών συνωμοσίας και αγελαίων επιθέσεων. Από την άλλη, όσοι μετακόμισαν στο πιο συμπεριληπτικό υποτίθεται Bluesky νιώθουν υπερβολικά μόνοι. Ακούν μόνο την ηχώ της φωνής τους.
Ολα είναι ανυπόφορα και ακριβά. Κοστίζουν χρόνο και χρήμα. Αφού εθιστείς στο Duolingo, μετά πρέπει είτε να πληρώσεις είτε να ανεχθείς ένα σκασμό από διαφημίσεις που διαρκούν δύο-τρία λεπτά η καθεμία. Το ίδιο στο Spotify, τελικά πληρώνεις για να απαλλαγείς. Κάθε τρίτο «στόρι» στο Instagram είναι διαφήμιση, ενώ και στα βιντεάκια που αναρτούν οι χρήστες σχεδόν τίποτα δεν είναι αθώο. Αθόρυβοι ινφλουένσερς, που δεν ξέρεις ότι είναι ινφλουένσερς, επισημαίνουν αιφνιδιαστικά τα προϊόντα που προωθούν. Ετσι αισθάνεσαι τελείως χαζός που ξεκαρδίζεσαι με τα αστεία της αγαπημένης σου κωμικού, της οποίας όλο το feed έχει γίνει μια διακριτική, ενίοτε άγαρμπη, παρέλαση προϊόντων.
Στο Uber έχουν προστεθεί διάφορες καινούργιες χρεώσεις, κοινώς αν θες να βρεις ταξί σε εύλογο χρονικό διάστημα πρέπει να καταβάλεις πρόσθετη χρέωση. Πάνε οι εποχές που οι άνθρωποι παράγγελναν καφέ από το Wolt. Τώρα το κόστος κάθε παραγγελίας δεν είναι αυτό που νομίζεις ότι είναι. Προστίθενται διάφορα τέλη διανομής, υπηρεσιών, ΦΠΑ. Τα όρια του δημοκρατικού διαμοιρασμού του Netflix εξαντλήθηκαν. Τις παλιές καλές εποχές ένα ολόκληρο σόι είχε τον ίδιο κωδικό.
Τώρα το ίδιο εκνευριστικό μήνυμα εμφανίζεται στη μαύρη οθόνη όποιου χρησιμοποιεί καταχρηστικά το οικογενειακό –με την ευρεία έννοια– password. Οι πλατφόρμες ανθίστανται στην κοινοκτημοσύνη. Ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη απαιτεί συνδρομή αν θες να παραμείνει ο μεταφραστής, ο ψυχίατρος και ο εραστής σου μαζί. Αλλιώς ύστερα από τρεις τέσσερις βλακώδεις αναζητήσεις, σου βγάζει «τέλος χρόνου, αύριο πάλι, αλλιώς πλήρωσε».
Κι όμως, ακούγονται όλα αυτά προβληματισμοί πολυτελείας. Μία από τις μεγαλύτερες απειλές στη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία ήταν εκείνη του Μασκ ότι θα κόψει το Starlink (δορυφορική υπηρεσία παροχής Ιντερνετ) στους Ουκρανούς. Χωρίς σύνδεση κατέρρεαν τα πάντα: η συγκέντρωση πληροφοριών, τα συστήματα πλοήγησης των drones, η ενημέρωση. Διακοπή της σύνδεσης ισοδυναμεί πλέον με το απόλυτο σκοτάδι. Οταν τελικά το έκανε, επηρέασε την έκβαση μιας κρίσιμης μάχης. Ενας δισεκατομμυριούχος μπορεί πλέον να αναβοσβήνει τον διακόπτη και να σκοτώνει.
Η «σκατοποίηση» δεν είναι μόνο εμπορική, είναι και ιδεολογική. Οι πλατφόρμες αναπαράγουν το χειρότερο δυνατό περιεχόμενο. Ταΐζουν σκουπίδια γιατί ο αλγόριθμος προτιμά τα σκουπίδια. Είναι πιο πιθανό να κάνει κανείς κλικ σε έναν τίτλο-δόλωμα «Δείτε πώς είναι σήμερα η τάδε σταρ» ή σε ένα rage-bait, μια παγίδα οργής (για να μνημονεύσω και τη λέξη της χρονιάς), το online περιεχόμενο που έχει δημιουργηθεί με αποκλειστικό στόχο να προκαλέσει οργή και άρα καθήλωση στο Μέσο.
Πριν από 25 χρόνια η σύνδεση με την ψηφιακή ουτοπία διαρκούσε αιώνες, δηλαδή 5-10 δευτερόλεπτα, αλλά ακόμη δεν ήμουν τόσο ανυπόμονη. Τώρα μπορώ να σπάσω την οθόνη από τα νεύρα αν «σέρνεται» το Ιντερνετ ή βρεθώ σε παραλία χωρίς 5G. Ο νεκρός χρόνος (η διαδρομή στο τρένο, η βόλτα στο κέντρο, το μπάνιο στην παραλία) «γεμίζει» με σκρολάρισμα. Το χάζεμα στο ταβάνι έχει καταργηθεί. Το δικαίωμα στην τεμπελιά επίσης. Η παραγωγικότητα δεν σταματάει ποτέ. Την ώρα που μου κόβουν τα μαλλιά στέλνω e-mails. Στην κίνηση ακούω ειδησεογραφικά podcasts. Μασάω και πληρώνω online λογαριασμούς. Ο ξανακερδισμένος χρόνος, όμως, αυτός που εξοικονομώ από το multitasking, πάντα καταλήγει να μου διαφεύγει.
Δικαίωμα στην αποσύνδεση
Τώρα πειράματα σαν αυτό της Αυστραλίας προσπαθούν να αντιστρέψουν την τάση. Ας σώσουμε τουλάχιστον τα παιδιά από την κατάθλιψη, το μπούλινγκ, τους παιδόφιλους, τη χειραγώγηση. Ας τα αποκλείσουμε –έστω πριν από τα 16 τους χρόνια– από τον ψηφιακό κόσμο ώστε… να βγαίνουν στις αλάνες να παίζουν, να μας μιλούν, να μην εθίζονται τόσο μικρά και θεωρούν κανονικότητα να πλασάρουν τον εαυτό τους σαν brand. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα δουλέψει. Μου φαίνεται ένας προσποιητός νεολουδιτισμός, ας το επιλέξουν μόνοι τους οι νέοι. Ηδη βλέπω, άλλωστε, ότι θεωρείται κουλ να μην ποστάρεις κάθε ανάσα που πήρες και κάθε ψητό που έφαγες, γιατί αυτό υπονοεί ότι «έχεις (αναλογική) ζωή εκεί έξω».

