Στα όνειρά του βλέπει ακόμη τη γειτονιά του στο Χαλέπι· το σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, το μικρό ραφείο του πατέρα του, το σχολείο του. Τα βλέπει όπως ήταν κάποτε, γεμάτα ζωή, όχι όπως τα αντίκρισε πριν αποχαιρετήσει την πόλη του, ολοσχερώς κατεστραμμένα από τους βομβαρδισμούς. To 2014, όταν ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία μαινόταν, ο 18χρονος Ζαχίρ Μπάζερ Μπασί με τους γονείς του και τα δύο μικρότερα αδέλφια του αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. «Πουθενά δεν νιώθαμε ασφαλείς πια, φαγητό δεν είχαμε, κάθε μέρα ζούσαμε με την αναμονή του θανάτου», θυμάται. «Μπήκαμε σε ένα φορτηγό μαζί με δεκάδες άλλους συμπατριώτες μας, με προορισμό τα σύνορα της τουρκικής επαρχίας Χατάι – από εκεί ήταν πιο εύκολο να περάσουμε στη γειτονική χώρα. Οι δύο μεγαλύτερες αδελφές μου είχαν ήδη φύγει, με τους συζύγους τους».
Τρεις μήνες διήρκεσε η παραμονή τους στην Τουρκία κι έπειτα αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθεια διακινητών ώστε να φθάσουν στην Κύπρο. «Η ταρίφα ξεκινούσε από 500 δολάρια για καθέναν μας και ομολογώ ότι αρχικά μας φάνηκαν λίγα σε σύγκριση με τα ποσά που ακούγαμε μέχρι τότε. Αλλά ήταν απάτη, μας κορόιδευαν. “Σε μισή ώρα θα είστε στη θάλασσα”, μας έλεγαν κι εμείς περπατούσαμε αμέτρητες ώρες στο πουθενά. Μετά ζητούσαν κι άλλα χρήματα, κι άλλα, κι άλλα… Τελικά φθάσαμε στα Αδανα, μετά στη Μερσίνα κι από εκεί, μια νύχτα, μας πέρασαν με βάρκα στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, στην περιοχή της Κερύνειας. Κι άλλο περπάτημα, μέχρι που μας άφησαν κοντά σε έναν αυτοκινητόδρομο. “Είστε σε ευρωπαϊκό έδαφος τώρα”, μας είπαν».
Η οικογένεια εξασφάλισε πολιτικό άσυλο, αλλά τα πρώτα χρόνια δεν ήταν καθόλου εύκολα. Ο Ζαχίρ ξεκίνησε το κυνήγι του μεροκάματου. «Η πρώτη μου δουλειά ήταν σε μια αποθήκη στη Λεμεσό, 12 ώρες τη μέρα για 20 ευρώ. Μετά σε μια μάντρα με ανταλλακτικά αυτοκινήτων, από τις 6 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα, πάλι για 20 ευρώ· ούτε νερό δεν μας έδινε ο ιδιοκτήτης, φέρναμε από το σπίτι μας. Εργάστηκα επίσης ως εργάτης γης και ελαιοχρωματιστής. Τέλος, σε ένα μικρό λιβανέζικο εστιατόριο στην Πάφο έφτιαχνα λαχματζούν, δώδεκα ώρες μπροστά στον ξυλόφουρνο, έλιωνα από τη ζέστη, για 700 ευρώ τον μήνα χωρίς ασφάλιση. Σαν ταινία περνάνε από το μυαλό μου όλα, έτσι όπως σας τα αφηγούμαι».
Κάνει μια παύση. Δεν είναι εύκολο να θυμάται το σκοτάδι μέσα από το οποίο πορεύθηκε. «Να δοκιμάσετε μπακλαβαδάκια με καφέ κι έπειτα με κεράσι και μαύρη σοκολάτα, είναι από τα καινούργια μας, μαζί με το λευκό κανταΐφι, με ανθότυρο», μας προτρέπει. Είμαστε στο «Master Sweets», στο μικρό ζαχαροπλαστείο του στη Λευκωσία, το δεύτερο που έχει ανοίξει με τον γαμπρό του, Αχμάντ Κατάν· το πρώτο βρίσκεται στην Πάφο. Φτιάχτηκαν με τις οικονομίες όλης της οικογένειας και σκληρή προσωπική εργασία –«όλα μόνοι μας τα κάναμε, ακόμη και τα βράδια κοιμόμασταν στο εργοτάξιο για να μη χάνουμε χρόνο»– και στα λίγα χρόνια που λειτουργούν έχουν αποκτήσει φανατικό κοινό. Πρόσφατα, μάλιστα, τιμήθηκαν με ένα από τα βραβεία «Zero Waste HoReCa – Seed Funding Competition Awards 2025», τα οποία απονέμει κάθε χρόνο το Κέντρο Μελετών και Ερευνας ΑΚΤΗ, για τις πρακτικές αειφορίας που χρησιμοποιούν στη διαχείριση των αποβλήτων τους. Και κάπως έτσι η ζαχαροπλαστική από χόμπι –«από τα 13 μου, στη Συρία, βοηθούσα για να βγάζω το χαρτζιλίκι μου στο ζαχαροπλαστείο του πατέρα ενός φίλου μου», όπως εξηγεί– έγινε δρόμος ζωής για τον Ζαχίρ. «Είμαι ευχαριστημένος από τη ζωή μου εδώ. Οι Κύπριοι μας δέχθηκαν με ζεστασιά και εμπιστοσύνη. Δεν λέω ότι δεν υπήρχαν και κάποιοι που μας φέρθηκαν με δυσπιστία, ακόμη και εχθρότητα, αλλά το καλό και το κακό υπάρχουν ταυτόχρονα σε κάθε κοινωνία. Μόνο η γραφειοκρατία μού δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα. Αν και έχω τις δικές μου επιχειρήσεις και πληρώνω κανονικά τους φόρους μου, κάθε δύο χρόνια πρέπει να ανανεώνω την άδεια παραμονής στη χώρα. Επίσης δεν έχω διαβατήριο, δεν μπορώ να ταξιδέψω πουθενά».
Θα ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του; «Θυμάμαι μια Συρία όπου μουσουλμάνοι, χριστιανοί, δρούζοι και άλλοι συμβίωναν αρμονικά. Μαζί γιορτάζαμε όλοι τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές μας, όπως τα Χριστούγεννα. Αυτό δεν υπάρχει πια, πού να επιστρέψω; Με τη μνηστή μου, τη Ζακία που κατάγεται από την Παλαιστίνη, εδώ θα φτιάξουμε το σπιτικό μας και θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Τόπος μας είναι αυτός που μας έδωσε μια νέα ευκαιρία».

