Δίκη για υποκλοπές: «Οι χάκερ βρίσκονται ένα βήμα μπροστά» – Συνεχίζονται οι καταθέσεις

Δίκη για υποκλοπές: «Οι χάκερ βρίσκονται ένα βήμα μπροστά» – Συνεχίζονται οι καταθέσεις

Αναφορικά με την αποστολή κακόβουλων μηνυμάτων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ένα τέτοιο μήνυμα θα μπορούσε να σταλεί από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, χωρίς να απαιτείται φυσική επαφή μεταξύ θύτη και θύματος

5' 2" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Με καταθέσεις μαρτύρων συνεχίστηκε η δίκη για την υπόθεση των υποκλοπών, τη στιγμή που οι πέντε πρώτοι νέοι μάρτυρες που κλήθηκαν από το δικαστήριο τις προηγούμενες ημέρες, δεν εμφανίστηκαν σήμερα στη δικαστική αίθουσα. Oπως γνωστοποίησε ο πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το δικαστήριο δεν κατάφερε να εντοπίσει τους μάρτυρες και να επιδώσει τις κλήσεις και γι’ αυτό δεν μπορεί να επιβάλει πρόστιμα λιπομαρτυρίας.

Η διαδικασία ξεκίνησε με την κατάθεση ενός αστυνομικού με ειδικότητα μηχανικού πληροφορικής, του οποίου η υπηρεσία ασχολήθηκε το 2022 με την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων κατόπιν εισαγγελικών παραγγελιών.

Στο πλαίσιο αυτό, διερεύνησε συγκεκριμένο domain name, καθώς και πληροφορίες που περιλαμβάνονταν σε σχετικό δημοσίευμα. Η έρευνα επικεντρώθηκε αρχικά σε σύνδεσμο, με βασικό ζητούμενο να εντοπιστεί ποιος είχε προβεί στην αγορά και κατοχύρωση του ονόματος χώρου μέσω κάποιου καταχωρητή.

Oπως ανέφερε, λόγω της ισχύουσας νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων (GDPR), ο εντοπισμός του φυσικού προσώπου που έχει κατοχυρώσει ένα domain στην Ευρώπη είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Με τη χρήση ελεύθερων εργαλείων κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί από ποια εταιρεία διατίθεται το όνομα χώρου, όχι όμως και ποιο είναι το άτομο που το αγόρασε. Από την έρευνα προέκυψε ότι το συγκεκριμένο όνομα χώρου κατέληγε σε αμερικανική εταιρεία – «κολοσσό», η οποία το είχε διαθέσει είτε σε άλλη εταιρεία είτε σε φυσικό πρόσωπο.

Αναφορικά με την αποστολή κακόβουλων μηνυμάτων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ένα τέτοιο μήνυμα θα μπορούσε να σταλεί από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, χωρίς να απαιτείται φυσική επαφή μεταξύ θύτη και θύματος. Εξήγησε ότι, εφόσον ελεγχθεί ένα κινητό τηλέφωνο που έχει δεχθεί μολυσμένο μήνυμα και το κακόβουλο λογισμικό επικοινωνεί με κάποιον διακομιστή (server), είναι δυνατόν να εντοπιστεί η διεύθυνση IP. Ωστόσο, σημείωσε ότι γενικά οι χάκερ βρίσκονται πάντοτε ένα βήμα μπροστά. Εφόσον εντοπιστεί ο server από τα αρχεία του κινητού, τότε μπορεί να αναζητηθεί και ο καταχωρητής του.

Σε ερώτηση του προέδρου σχετικά με το εάν η υπηρεσία γνώριζε ποιοι ήταν οι στόχοι του κακόβουλου λογισμικού, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν μπορεί να απαντήσει. Από την πλευρά του ο εισαγγελέας ρώτησε εάν, στο πλαίσιο της εργασίας του, εξετάζονται γενικά κακόβουλα λογισμικά που κυκλοφορούν.

Ο μάρτυρας απάντησε ότι η ενασχόληση είναι εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα. Σε ερώτηση ειδικά για το κακόβουλο λογισμικό Predator, ανέφερε ότι δεν εντοπίστηκε απολύτως τίποτα και ότι δεν βρέθηκαν ούτε οι λειτουργίες του. Δήλωσε ότι πληροφορήθηκε σχετικά μόνο από δημοσιεύματα.

Σε ερώτηση για το ποια υπηρεσία ήταν αρμόδια να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα, απάντησε ότι η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών διαθέτει το κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό καθώς και τα αναγκαία λογισμικά.

Απαντώντας σε ερώτηση της Υποστήριξης της Κατηγορίας σχετικά με το αν θα μπορούσε να φτάσει στους θύτες, ο μάρτυρας δήλωσε ότι αυτό θα ήταν δυνατό μόνο εάν προέκυπταν τα φυσικά πρόσωπα και συγκεκριμένα ποιος πλήρωσε για την κατοχύρωση του ονόματος χώρου.

Ακολούθησε η κατάθεση του δημοσιογράφου Νικόλαου Λεοντόπουλου, που αναφέρθηκε εκτενώς στην πορεία και τα ευρήματα της δημοσιογραφικής έρευνας του ερευνητικού μέσου Reporters United για την υπόθεση των υποκλοπών.

Oπως ανέφερε, η ενασχόληση της ομάδας του με το ζήτημα ξεκίνησε τα Χριστούγεννα του 2021, ενώ το πρώτο σχετικό δημοσίευμα δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2022. «Μπήκαμε στην υπόθεση σχεδόν ανύποπτα», είπε μάρτυρας στο δικαστήριο εξηγώντας ότι άρχισαν να ασχολούνται με την υπόθεση μαζί τον δημοσιογράφο Θοδωρή Χονδρόγιαννο, όταν διαπίστωσαν πως η κυβέρνηση είχε τροποποιήσει τη νομοθεσία σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης πολιτών που είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ.

Ο μάρτυρας υπενθύμισε ότι τον Μάρτιο του 2021 στελέχη της ΑΔΑΕ είχαν χαρακτηρίσει τον συγκεκριμένο νόμο αντισυνταγματικό, ενώ πολιτικά πρόσωπα, όταν πληροφορήθηκαν τη ρύθμιση, εξέφρασαν την ανησυχία τους ότι «κάτι συμβαίνει». «Τότε δεν γνωρίζαμε τίποτα για τον Θανάση Κουκάκη», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η αναδρομική αλλαγή του νόμου δημιούργησε την αίσθηση πως επιχειρείται η απόκρυψη συγκεκριμένων παρακολουθήσεων. Οπως είπε, υπήρξαν διαβήματα προς τον πρωθυπουργό και τον τότε γενικό γραμματέα της κυβέρνησης, Γρηγόρη Δημητριάδη, τα οποία όμως δεν εισακούστηκαν.

Στη συνέχεια, ο κ. Λεοντόπουλος περιέγραψε την εξέλιξη της έρευνας, λέγοντας ότι έπειτα από τρεις μήνες εντοπίστηκε ο Θανάσης Κουκάκης. Τον Απρίλιο του 2022 δημοσιεύθηκε άρθρο που αποκάλυπτε πως ο δημοσιογράφος παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ, ενώ ακολούθως προέκυψε και η υπόθεση του Νίκου Ανδρουλάκη, γεγονός που –όπως τόνισε– ανέδειξε τη βαρύτητα της υπόθεσης. Ακολούθησαν δημοσιεύματα για τους Δημητριάδη, Λαβράνο και Μπίτζιο, με την υπόθεση να κορυφώνεται τον Αύγουστο του 2022.

Ο μάρτυρας σημείωσε ότι στην Ελλάδα ουσιαστικά μόνο δύο μικρά, ανεξάρτητα μέσα ασχολήθηκαν συστηματικά με την έρευνα, μάλιστα ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Τον Ιούνιο, όπως κατέθεσε, κατόρθωσαν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη ενός πλέγματος εταιρειών στο οποίο κεντρικό ρόλο φέρεται να είχε ο Γρηγόρης Δημητριάδης, με συνδέσεις με τους επιχειρηματίες Μπίτζιο και Λαβράνο. Το πρώτο δημοσίευμα αφορούσε τις εταιρικές διασυνδέσεις και το ερώτημα πώς πρόσωπα συνδεδεμένα με τον κ. Δημητριάδη σχετίζονταν με επιχειρηματικά σχήματα που είχαν σχέση με παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό.

Παράλληλα, ανέφερε ότι το μέσο δέχθηκε εξώδικα και αγωγές από τον κ. Δημητριάδη, επισημαίνοντας ότι και στις δύο υποθέσεις έχει δικαιωθεί πρωτοδίκως. Οπως είπε, «ο γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού εμφανιζόταν να αγοράζει εταιρεία συνδεδεμένη με τον κ. Μπίτζιο και ταυτόχρονα να πουλά σε άλλη εταιρεία που συνδεόταν με τους Λαβράνο και Μπίτζιο. Ειναι περίεργο που σχετίζεται με αυτόν τον τρόπο με τους δύο επιχειρηματίες».

Απαντώντας σε ερώτηση του προέδρου του δικαστηρίου σχετικά με το αν υπήρξε επικοινωνία με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά, σημειώνοντας ότι από την πρώτη στιγμή επιδίωξαν επαφή στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Οπως κατέθεσε, είχαν εκτενή συνάντηση με τον Γιάννη Λαβράνο, κατά την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη εταιρειών με πρόσωπα ανύπαρκτα ή πλαστά. Μέρος της πολύωρης συζήτησης, παρουσία του δικηγόρου του, δημοσιεύθηκε στο άρθρο «Ολες οι ταυτότητες του Γιάννη Λαβράνου», ενώ ο ίδιος αρνήθηκε ότι διοικεί την εταιρεία Κρίκελ.

Κλείνοντας, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι «υπάρχει πλήθος ενδείξεων που, όταν συνδυαστούν, δεν μπορούν να θεωρηθούν συμπτώσεις», προσθέτοντας ότι καταγράφονται αντιφάσεις και ψευδείς δηλώσεις. Ενδεικτικά ανέφερε πως ο κ. Δημητριάδης είχε δηλώσει στην εξεταστική επιτροπή ότι δεν γνώριζε τον κ. Μπίτζιο, ενώ λίγους μήνες αργότερα, ενώπιον της επιτροπής PEGA, δικηγόρος κατέθεσε ότι ο Δημητριάδης του είχε ζητήσει να αναλάβει τον Μπίτζιο. Τέλος, αναφέρθηκε και στην υπόθεση των εξαγωγών, σημειώνοντας ότι η Intellexa φέρεται να χρησιμοποίησε την Ελλάδα ως κόμβο εξαγωγής λογισμικού προς χώρες όπως το Σουδάν και η Μαδαγασκάρη.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT