Τι γυρεύουν τόσοι Τούρκοι στο Κολωνάκι

Τους αρέσει η ατμόσφαιρα και η κουζίνα. Η πόλη είναι οικεία και... το αλκοόλ πολύ φθηνότερο από την Κωνσταντινούπολη. Ολοένα και περισσότεροι ευκατάστατοι Τούρκοι επισκέπτονται συχνά την Αθήνα

7' 6" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το μεσημέρι της περασμένης Κυριακής, αν περπατούσες στο Κολωνάκι περνώντας από τα δημοφιλή εστιατόρια, το πιθανότερο είναι πως θα άκουγες τουρκικά τουλάχιστον από ένα τραπέζι. Εβδομήντα πέντε άτομα ήταν μόνο η μία παρέα που είχε ταξιδέψει από την Τουρκία για τον γάμο της Σεμπνέμ και του Μερτ. Το ζευγάρι αγαπάει την Ελλάδα – η νύφη έρχεται τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο. Για τη δεξίωση της πρώτης νύχτας είχαν επιλέξει το Athenee και για όσους είχαν κέφι (και κουράγιο) να συνεχίσουν μέχρι τα ξημερώματα, είχαν κλείσει τραπέζι στο κέντρο όπου τραγουδάει η Αννα Βίσση.

Το Σάββατο οι περισσότεροι καλεσμένοι πήγαν για ψώνια, οι δέκα πιο κοντινοί φίλοι του ζευγαριού πήγαν στο τουρκικό προξενείο για τον γάμο. Το γαμήλιο πάρτι έγινε στο Woοhoo, ένα ασιατικό εστιατόριο στην Πατριάρχου Ιωακείμ, όπου όμως έπαιξε τουρκική και ελληνική μουσική. Την Κυριακή δεν υπήρχε κάτι προγραμματισμένο, οπότε τα WhatsApp group που είχαν δημιουργηθεί με αφορμή το εορταστικό τριήμερο πήραν φωτιά. «Ολοι έγραφαν τα αγαπημένα τους μέρη στο Κολωνάκι και πού θα πήγαιναν για φαγητό πριν από την πτήση της επιστροφής. Ολοι έχουμε ξανάρθει. Οι περισσότεροι αρκετές φορές», λέει ο Τζαν, ένας από τους καλεσμένους στον γάμο.

Γούστα και γούρια

Ο ίδιος επισκέπτεται εδώ και χρόνια την Ελλάδα, κυρίως τα νησιά το καλοκαίρι. Κάποια στιγμή, το 2018, ήταν έτοιμος να αγοράσει σπίτι στην Αθήνα, αλλά και ένα μικρό εργοστάσιο στην επαρχία. Τα σχέδια αυτά δεν προχώρησαν, αλλά ολοένα και πιο συχνά βρίσκεται πλέον στην πρωτεύουσα – τα τελευταία δύο χρόνια, πέντε φορές για γάμους. Ο ένας εξ αυτών, πέρυσι τον Μάρτιο, ήταν ο δικός του με την Μπαλντάν. Επέλεξαν να παντρευτούν οι δυο τους, χωρίς κανέναν καλεσμένο, επίσης στο τουρκικό προξενείο.

Τι γυρεύουν τόσοι Τούρκοι στο Κολωνάκι-1
Ο Τζαν και η Μπαλντάν ποζάρουν για τη γαμήλια φωτογραφία στην Εθνική Βιβλιοθήκη, τον Μάρτιο του 2024. «Επιλέξαμε την Αθήνα γιατί άρεσε και στους δύο. Αισθανόμασταν μια πραγματική οικειότητα – δεν είναι μόνο η κουλτούρα, αλλά κάτι στην ατμόσφαιρα», λέει ο Τζαν.

«Είναι εύκολο, γιατί ο γάμος αναγνωρίζεται αυτόματα πίσω στην Τουρκία», εξηγεί. Την ημέρα του γάμου τους έβρεχε καταρρακτωδώς, αλλά οι δύο Γιώργηδες που τους συνόδευαν –ο οδηγός ταξί (που έκτοτε καλούν κάθε φορά που έρχονται στην Αθήνα) και ο φωτογράφος που είχε βρει η Μπαλντάν στο Ιντερνετ– τους διαβεβαίωσαν πως «είναι γούρι» για τον έγγαμο βίο. «Επιλέξαμε την Αθήνα γιατί άρεσε και στους δύο. Νομίζω ότι ο βασικός λόγος είναι πως κάνεις κάτι ξεχωριστό και διαφορετικό, σε μια νέα πόλη, αλλά την ίδια στιγμή αισθανόμασταν μια πραγματική οικειότητα – δεν είναι μόνο η κουλτούρα, αλλά κάτι στην ατμόσφαιρα».

Για τους φίλους, που επίσης επέλεξαν να παντρευτούν στην Αθήνα, υπάρχουν και άλλοι, πιο πρακτικοί λόγοι. «Εάν κάνεις γάμο στην Κωνσταντινούπολη, πρέπει να καλέσεις τον μακρινό θείο Αχμέτ, αλλά και τους γείτονες των γονιών σου. Εύκολα καταλήγεις σε γάμους των 500 καλεσμένων», εξηγούν. «Ενας γάμος στην Αθήνα είναι η τέλεια δικαιολογία για να έχεις μόνο τους δικούς σου ανθρώπους και την ίδια στιγμή είναι ένα εύκολο και γρήγορο ταξίδι. Επίσης, είναι πολύ οικονομικό. Με τα χρήματα που θα δίναμε για μια συνηθισμένη αίθουσα ενός καλού ξενοδοχείου στην Κωνσταντινούπολη, μπορούμε να νοικιάσουμε έναν εντυπωσιακό χώρο με θέα στην Ακρόπολη», σημειώνουν. Και το κυριότερο; Το κόστος του αλκοόλ στην Τουρκία έχει εκτοξευθεί λόγω της φορολογίας. «Ενα καλό τραπέζι στα μπουζούκια στοιχίζει περίπου 150 ευρώ το άτομο. Παρόμοια έξοδος στην Κωνσταντινούπολη ξεπερνάει τα 500 ευρώ το άτομο. Γενικότερα, στην Τουρκία, με τον υψηλό πληθωρισμό και το νόμισμα υπό πίεση, είναι όλα πανάκριβα. Το να έρθει κανείς για ένα Σαββατοκύριακο στην Αθήνα ή σε οποιοδήποτε ελληνικό νησί είναι πλέον φθηνότερο από το να βγει ένα Σαββατοκύριακο στην Τουρκία».

Πιο φιλική η Αθήνα – «Η Κωνσταντινούπολη έχει εξελιχθεί σε μια δύσκολη, ακριβή πόλη με υπερτουρισμό κυρίως από τη Μέση Ανατολή. Η Αθήνα, από την άλλη, είναι διαχειρίσιμη, προσβάσιμη και φιλική», λέει η Σέντα Ντομάνιτς.

Η λίστα της Σέντα

Και η Σέντα Ντομάνιτς έχει παρατηρήσει την άνοδο του αριθμού Τούρκων επισκεπτών τους τελευταίους μήνες. «Δεν έχει υπάρξει εβδομάδα που να μη μου ζητήσει κάποιος τη λίστα μου. Την προσαρμόζω ανάλογα με τον παραλήπτη, αλλά έχει σίγουρα αυτά που εγώ αγαπώ. Βόλτα στον λόφο Φιλοπάππου και τα Αναφιώτικα, στα Μουσεία Γουλανδρή στο Παγκράτι και το ΕΜΣΤ. Κάποια από τα αγαπημένα μου εστιατόρια». Στη λίστα κάνει συγκρίσεις με τα αντίστοιχα φημισμένα της Κωνσταντινούπολης. «Μπορεί το φαγητό μας να μοιάζει πάρα πολύ, αλλά εδώ βλέπουμε να ανοίγουν ολοένα και περισσότερα εστιατόρια με πραγματικό χαρακτήρα και νέα πνοή», διευκρινίζει. Στην «καλοκαιρινή» εκδοχή της λίστας επιμένει πως δεν πρέπει να παραλείψουν μια προβολή σε θερινό σινεμά – το Σινέ Θησείο είναι το αγαπημένο της. «Δεν υπάρχουν πλέον στην Τουρκία και εμένα προσωπικά μου προκαλεί νοσταλγία».

Οταν μιλήσαμε, είχε μόλις στείλει τη λίστα σε μια φίλη της που θα ταξίδευε στην Αθήνα μόνη της. «Με παραξένεψε που θα ερχόταν μόνη και τη ρώτησα τον λόγο. Μου απάντησε πως έχει την ανάγκη να ανασάνει. Ξέρει την πόλη, νιώθει ασφαλής – της είναι εύκολο». Aλλος φίλος γιόρτασε πρόσφατα τα τεσσαρακοστά του γενέθλια με φίλους που ταξίδεψαν από την Τουρκία, με ένα μεγάλο πάρτι στην υπόγεια Βurger Disco στο Σύνταγμα.

Για την ίδια, η Αθήνα είναι πλέον το δεύτερο σπίτι της. Το 2023 αγόρασε διαμέρισμα στο Κουκάκι και μένει εδώ κάποιους μήνες τον χρόνο, τους υπόλοιπους το νοικιάζει, ενώ ασχολείται πλέον ολοένα και περισσότερο επαγγελματικά με την Ελλάδα. Μέσω του ταξιδιωτικού γραφείου που διατηρεί με τον σύζυγό της στην Τουρκία ειδικεύονται κυρίως στην αμερικανική αγορά και όσους θέλουν να συνδυάσουν σε ένα ταξίδι και τις δύο χώρες – Ελλάδα και Τουρκία. Πριν από ένα χρόνο εξέδωσε με τον Γιάννη Ζάρα το δεύτερο λεύκωμα της ταξιδιωτικής σειράς «Monday to Sunday» που προσεγγίζει την Αθήνα μέσα από τον ρυθμό και τη ζωή των κατοίκων. Το βιβλίο είχε μεγάλη προβολή και επιτυχία στην Τουρκία.

Τι γυρεύουν τόσοι Τούρκοι στο Κολωνάκι-2
 Η Φάτος Γιαλίν Αρκούν στην είσοδο του «Fey», το κατάστημα που η ίδια άνοιξε τον Μάιο στην οδό Βαλαωρίτου στο Κολωνάκι. Πριν από τρία χρόνια, με τον σύζυγό της αγόρασαν διαμέρισμα στα Εξάρχεια και πλέον περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου στην Αθήνα.

Ολοι μια παρέα

Ολοένα και περισσότεροι Τούρκοι δένουν πλέον την καθημερινότητά τους με την Αθήνα. Ανάμεσά τους η Φάτος Γιαλίν Αρκούν, την οποία συναντήσαμε στο Κολωνάκι. Ερχόταν στην Αθήνα εδώ και 25 χρόνια, αλλά συνήθως για λίγες ώρες, κυρίως ως πέρασμα προς τα νησιά. Πριν από τρία χρόνια ταξίδεψε με τον σύζυγό της, εκτάκτως, κυρίως λόγω της είδησης πως θα κλείσει απότομα το πρόγραμμα της «χρυσής βίζας» στο οποίο ήθελαν να ενταχθούν. Το πρώτο διαμέρισμα που τους έδειξε μια Τουρκάλα μεσίτρια ήταν στα Εξάρχεια – τους άρεσε και το έκλεισαν την ίδια κιόλας ημέρα.

Σαν ένα πάρτι – «Η πόλη σας παραμένει ταπεινή», αναφέρει η Φάτος Γιαλίν Αρκούν. Το προηγούμενο βράδυ είχε δειπνήσει στη Ράτκα. «Οι πάντες γνωρίζονταν μεταξύ τους – ήταν σαν ένα μεγάλο πάρτι. Στη δικιά μου πόλη πλέον δεν το νιώθω αυτό».

Η ίδια εργαζόταν για πάνω από δύο δεκαετίες σε περιοδικά της Τουρκίας – εκδότρια για χρόνια στο Marie Claire και στη συνέχεια σε άλλα επτά περιοδικά. Oταν, πριν από 15 χρόνια, έκλεισε αυτός ο επαγγελματικός κύκλος, πήρε την απόφαση –χωρίς πολλή σκέψη ή business plan– να ανοίξει έναν χώρο με ρούχα, αξεσουάρ και τέχνη. Το μαγαζί της στο Νισάντασι είχε από την πρώτη ημέρα τεράστια επιτυχία. Με τον ίδιο ενθουσιασμό, αποφάσισε να ανοίξει φέτος το ίδιο κατάστημα και στην Αθήνα. Με την πολύτιμη βοήθεια ενός λογιστή, Eλληνα της Κωνσταντινούπολης, κατάφερε τον περασμένο Μάιο να ανοίξει τις πόρτες του ελληνικού «Fey» στη Βαλαωρίτου.

«Μαθεύτηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σχεδόν καθημερινά κάποιος συμπατριώτης μου που επισκέπτεται την Αθήνα θα περάσει. Σιγά σιγά το μαθαίνουν και οι ντόπιοι», λέει. Η ίδια αποφάσισε να μη νοικιάζει το σπίτι της και περνάει όλο και περισσότερο χρόνο εδώ. «Η πόλη σας παραμένει ταπεινή και προσγειωμένη». Το προηγούμενο βράδυ είχε δειπνήσει με φίλους της στη Ράτκα. «Οι πάντες γνωρίζονταν μεταξύ τους – ήταν σαν ένα μεγάλο πάρτι. Iσως έχω μεγαλώσει, αλλά στη δικιά μου πόλη πλέον δεν το νιώθω αυτό. Το νοσταλγώ και είμαι χαρούμενη που το ξαναβρίσκω εδώ», αναφέρει.

«Η Αθήνα μας θυμίζει τη δυναμική που είχε η Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 2000», προσθέτει η Σέντα. «Νομίζω αυτός είναι και ο λόγος που την επιλέγουμε και ερχόμαστε ξανά και ξανά. Τη νιώθουμε πολύ κοντά μας – όχι μόνο λόγω γεωγραφίας ή της ομοιότητας στην κουλτούρα. Δυστυχώς, η Κωνσταντινούπολη έχει εξελιχθεί σε μια δύσκολη, ακριβή πόλη με υπερτουρισμό κυρίως από τη Μέση Ανατολή και απίστευτη κίνηση στους δρόμους. Η Αθήνα, από την άλλη, είναι διαχειρίσιμη, προσβάσιμη και φιλική. Ανοίγουν συνεχώς νέα εστιατόρια και πολιτιστικοί χώροι. Υπάρχει χαρά, αισιοδοξία και ενέργεια στους δρόμους. Μπορεί να μην είναι παραδοσιακά όμορφη, αλλά σε κερδίζει με τη ζεστασιά της», καταλήγει.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT