Σε κάθε σχολική τάξη και χώρο εργασίας συναντούμε ανθρώπους των οποίων ο νους κινείται ταχύτερα από το περιβάλλον – γεμάτους ιδέες, περιέργεια και ενέργεια, αλλά συχνά θεωρούμενους «αφηρημένους», «ανήσυχους» ή ακόμη και «σκόρπιους». Πολλοί ανήκουν στο φάσμα της «νευροδιαφορετικότητας» που σήμερα περιλαμβάνει περίπου ένα τέταρτο των παιδιών και σημαντικό ποσοστό ενηλίκων. Από αυτούς, πολλοί, σχεδόν οι μισοί, έχουν Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) – μια διαφορετική, όχι ελαττωματική, «καλωδίωση» του εγκεφάλου.
Η ΔΕΠΥ βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ διαφορετικότητας και χαρισματικότητας. Για χρόνια η επιστήμη επιχείρησε να τη «διορθώσει», ενώ σήμερα αναγνωρίζεται ως έκφραση της ανθρώπινης ποικιλότητας. Ο εγκέφαλος, με τα 100 δισεκατομμύρια νευρώνες και τα τρισεκατομμύρια συνάψεις του, παρουσιάζει μικρές διαφοροποιήσεις που παράγουν μεγάλες διαφορές στην προσοχή, στα συναισθήματα και στη δημιουργικότητα. Iσως η ΔΕΠΥ να είναι εξελικτική στρατηγική της φύσης που ευνοεί την περιέργεια, την καινοτομία και την ανάληψη ρίσκου.
Στην εποχή μας, η ίδια καλωδίωση όμως, συχνά, για διάφορους κυρίως κοινωνικούς λόγους, οδηγεί τα άτομα αυτά σε δυσφορία. Πολλοί άνθρωποι με ΔΕΠΥ, έως 40%, ζουν με άγχος και υπερεπαγρύπνηση, εγκλωβισμένοι σε φαύλο κύκλο: το άγχος αποδιοργανώνει περισσότερο την προσοχή και η διάσπαση αυξάνει το άγχος, οδηγώντας σε εξουθένωση ή χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Το στρες εδώ δεν είναι δευτερεύον· αποτελεί κεντρικό μηχανισμό. Η συνεχής ενεργοποίηση του συστήματος του στρες διαταράσσει τη συγκέντρωση, τη μνήμη εργασίας και την απόδοση στο σχολείο ή στην εργασία. Η χαρισματικότητα μπορεί να μιμηθεί ή να συγκαλύψει τη ΔΕΠΥ. Τα πολύ έξυπνα παιδιά φαίνονται παρορμητικά επειδή σκέφτονται ταχύτερα και βαριούνται εύκολα, ενώ παιδιά με ΔΕΠΥ συχνά χαρακτηρίζονται «τεμπέλικοι χαρισματικοί».
Η ειδοποιός διαφορά βρίσκεται στην εκτελεστική λειτουργία: τα χαρισματικά παιδιά μπορούν να συγκεντρωθούν όταν κάτι τα ενδιαφέρει· τα παιδιά με ΔΕΠΥ δυσκολεύονται ακόμη κι αν προσπαθούν. Η λανθασμένη διάγνωση μπορεί να οδηγήσει είτε σε άσκοπη φαρμακοθεραπεία στα πρώτα είτε σε έλλειψη ζωτικής στήριξης στα δεύτερα.
Εγκέφαλος και περιβάλλον – Σε αρχαία περιβάλλοντα, ο ανήσυχος και σε επαγρύπνηση εγκέφαλος εξασφάλιζε επιβίωση. Σήμερα, σε τυποποιημένα σχολεία και εργασιακά πλαίσια, τιμωρείται. Χρειάζεται λοιπόν αλλαγή προσέγγισης προς αυτή τη χρήσιμη παραλλαγή της ανθρώπινης φύσης.
Η ΔΕΠΥ και το άγχος που συχνά τη συνοδεύει δεν είναι αδυναμίες χαρακτήρα· είναι διαφορετικοί τρόποι λειτουργίας του εγκεφάλου. Σε αρχαία περιβάλλοντα, ο ανήσυχος και σε επαγρύπνηση εγκέφαλος εξασφάλιζε επιβίωση, κάτι που πιθανόν εξηγεί το γιατί η ΔΕΠΥ έχει διατηρηθεί σε τόσο μεγάλη αναλογία έως τώρα. Σήμερα, σε τυποποιημένα σχολεία και εργασιακά πλαίσια, τιμωρείται. Χρειάζεται λοιπόν αλλαγή προσέγγισης προς αυτή τη χρήσιμη παραλλαγή της ανθρώπινης φύσης – από τη διόρθωση στην κατανόηση και στην ένταξη.
Οι ολοκληρωμένες, συμπονετικές και πρώιμες παρεμβάσεις είναι οι πιο αποτελεσματικές. Τα φάρμακα βελτιώνουν την προσοχή και σε ορισμένες περιπτώσεις ενδείκνυνται, αλλά η ουσιαστική πρόοδος προϋποθέτει ψυχοθεραπεία, ενδυνάμωση συναισθηματικών δεξιοτήτων και υποστηρικτικά περιβάλλοντα. Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία, η κοινωνικο-συναισθηματική μάθηση και οι προσεγγίσεις βασισμένες στη συμπόνια μπορούν να μεταμορφώσουν ζωές. Η όσο το δυνατόν πιο νωρίς αναγνώριση είναι κρίσιμης σημασίας για την εκπαιδευτική παρέμβαση, και οι παιδίατροι, οι βρεφονηπιακοί «σταθμοί» και τα Κέντρα Διάγνωσης, Αξιολόγησης, Συμβουλευτικής και Υποστήριξης (ΚΕΔΑΣΥ) έχουν σημαντικότατο ρόλο και ευθύνη.
Οταν τα άτομα με ΔΕΠΥ αναγνωρίζονται και ενθαρρύνονται, αναδεικνύουν σπάνια χαρίσματα: υπερ-εστίαση (hyperfocus), αποκλίνουσα σκέψη, ενέργεια, δημιουργικότητα και ικανότητα σύνδεσης ιδεών. Οι νευροδιαφορετικές ομάδες υπερέχουν σε καινοτομία και επίλυση προβλημάτων, ενώ οι συμπεριληπτικοί χώροι μειώνουν τη φθορά και ενισχύουν τη συνεργασία. Η έγκαιρη αναγνώριση και η στήριξη στην παιδική ηλικία προλαμβάνουν απώλειες σημαντικού δυναμικού.
Οι νεότερες γενιές βιώνουν πρωτοφανές «ψηφιακό στρες» και αισθητηριακή υπερφόρτιση, που εντείνουν τη διάσπαση προσοχής και συχνά μιμούνται τη ΔΕΠΥ, σε ένα καθαρά δευτεροπαθές, επίκτητο σύνδρομο νευροδιαφορετικότητας που συνήθως διορθώνεται με απομάκρυνση των οθονών και ψυχολογική στήριξη.
Η έγκαιρη διάγνωση – Οι νευροδιαφορετικές ομάδες υπερέχουν σε καινοτομία και επίλυση προβλημάτων, ενώ οι συμπεριληπτικοί χώροι μειώνουν τη φθορά και ενισχύουν τη συνεργασία. Η έγκαιρη αναγνώριση και η στήριξη στην παιδική
ηλικία προλαμβάνουν απώλειες σημαντικού δυναμικού.
Εξάλλου, ακόμη και στην πρωτοπαθή ΔΕΠΥ, μια ισχυρά κληρονομική κατάσταση που απαντάται σε οικογένειες, η νευροεπιστήμη μας δείχνει ότι ο εγκέφαλος είναι πλαστικός και μπορεί να επανακαλωδιωθεί μέσω καλών ανθρώπινων σχέσεων, απόκτησης κατάλληλων δεξιοτήτων, τακτικής φυσικής δραστηριότητας, σωστού και επαρκούς ύπνου, υγιεινής διατροφής και εύρεσης νοήματος στη ζωή. Μια τέτοια ανακαλωδίωση μπορεί να εξουδετερώσει το άγχος και να απελευθερώσει τις δημιουργικές δυνάμεις που έχουν τα άτομα με ΔΕΠΥ.
Συνεπώς, η ∆ΕΠΥ δεν είναι απλώς διαταραχή, αλλά μια διαφορετική αναπτυξιακή πορεία, που μπορεί να γίνει πηγή δύναμης όταν συνοδεύεται από κατανόηση και στήριξη. Με τον έλεγχο του άγχους και την καλλιέργεια των έμφυτων ταλέντων, η ΔΕΠΥ μετατρέπεται σε κινητήρια δύναμη δημιουργικότητας και ανθεκτικότητας. Η κοινωνία μας χρειάζεται να μετακινηθεί από το στίγμα στη συμπερίληψη· να δει τη νευροδιαφορετικότητα ως δώρο προς καλλιέργεια, όχι ως πρόβλημα προς διόρθωση. Τότε όλοι κερδίζουμε – σχολεία γεμάτα έμπνευση, εργασιακοί χώροι γεμάτοι καινοτομία και κοινότητες πιο ανθρώπινες και δίκαιες.
*Ο κ. Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, επικεφαλής στην έδρα της UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur.

