Αν ο βανδαλισμός εκθεμάτων στην Εθνική Πινακοθήκη από τον βουλευτή Ν. Παπαδόπουλο συνέβαινε σε χώρα φιλελεύθερη μεν, αλλά με στιβαρές διωκτικές αρχές δε (π.χ. Αμερική ή Αυστραλία), ο βουλευτής θα είχε σταλεί με χειροπέδες στον Εισαγγελέα. Η βία δεν είναι ανεκτή, όποιος κι αν τη διαπράττει. Σε μας, όχι μόνο δεν ασκήθηκε αυτόφωρη δίωξη για το βανδαλισμό, αλλά ο εν λόγω βουλευτής, καυχιέται τηλεοπτικώς για την πράξη του!
Παρόλα αυτά, δεν αξίζει να ασχολείται κανείς διανοητικά (παρά μόνο δικαστικά) με έναν βάνδαλο. Αυτό με το οποίο αξίζει, όμως, να ασχοληθούμε είναι ο σκεπτικισμός που εκφράστηκε αναφορικά με το αν ένα δημόσιο ίδρυμα, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, επιτρέπεται να στεγάζει εκθέσεις, οι οποίες, πιθανώς, προσβάλλουν το κοινό αίσθημα (εν προκειμένω θρησκευτικό). Το ίδιο ερώτημα τέθηκε και στο παρελθόν.
Το 2023 κατέβηκε από το ελληνικό προξενείο της Νέας Υόρκης έργο τέχνης το οποίο παρίστανε την ελληνική σημαία με λωρίδες από σεντόνια που είχαν δώσει στην καλλιτέχνιδα γυναίκες που ζουν στην Ελλάδα. Το 2016, αντιδράσεις προκάλεσε η παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, στην οποία, εκτός από κείμενα του Καμύ για την τρομοκρατία, περιλαμβάνονται και αποσπάσματα από βιβλίο του τρομοκράτη Σ. Ξηρού. Σε όλες τις περιπτώσεις, το επιχείρημα είναι κοινό: ένα δημοσίως χρηματοδοτούμενο ίδρυμα δεν μπορεί να προσβάλλει τα αισθήματα (εθνικά, θρησκευτικά, ηθικά) των πολλών. Η μήπως όχι;
Είχα υποστηρίξει τότε («Βήμα», 6/2/2016) ότι σε μια κοινωνία που αυτοκατανοείται ως ελεύθερη, επιβάλλεται δημόσια ιδρύματα να φιλοξενούν μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης που ενδεχομένως συγκρούονται με τις κρατούσες αντιλήψεις. Ο λόγος είναι, έγραψα, ότι η καλλιτεχνική πραγμάτευση θεμάτων που άπτονται της ανθρώπινης συνθήκης δεν έχει όρια, καθότι τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας δεν είναι εκ των προτέρων γνωστά.
Η ελεύθερη κοινωνία θεμελιώνεται πάνω στην άρνηση της απόλυτης γνώσης: δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια «τι είναι ο άνθρωπος», δεν γνωρίζουμε συνεπώς τα όρια τη ανθρώπινης εμπειρίας, και γι αυτό τα αναζητούμε. Ο ανθρώπινος βίος είναι αυτοδημιουργία, μας θύμιζε διαρκώς ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Μέσα από την τέχνη πασχίζουμε να στοχαστούμε το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης, εξού και ανάγκη της καλλιτεχνικής ελευθερίας.
Τα καλλιτεχνικά έργα δεν κατανέμονται σε μια κανονική κατανομή, με τους κρατικά χρηματοδοτούμενους θεσμούς να προάγουν έργα στη μέση της καμπύλης. Γιατί; Διότι η τέχνη απαιτεί outliers, όχι μέσες τιμές. Σε άλλα θεσμικά πεδία, αντιθέτως, όπως π.χ. η Δικαιοσύνη, το μείζον δεν είναι η εκ-κεντρικότητα καθαυτή, αλλά η όποια καινοτομικότητα να είναι αναγώγιμη σε, ή τουλάχιστον να αναζητεί την έλλογη συνοχή με, το mainstream. Ενώ άλλοι θεσμοί οργανώνονται γύρω από τη διακονία επιμέρους αξιών, των οποίων τα όρια είναι σχετικώς διακριτά και σταθερά, και η εμπειρία σωρευτική, η τέχνη αναζητά με όρους πρωτοτυπίας και υπέρβασης αυτό που οι λοιποί θεσμοί αφήνουν ανεξερεύνητο – το βάθος της ανθρώπινης συνθήκης.
Οι ελεύθερες κοινωνίες επιδιώκουν τη γνωσιολογική και αισθητική όχληση των αντιλήψεων των πολιτών, και έχουν δημιουργήσει θεσμούς που την ενθαρρύνουν. Μόνο μια ελεύθερη κοινωνία ανέχεται ακόμη και την ειρηνική προσβολή των αντιλήψεων, στο μέτρο που η χθεσινή προσβολή («Η γη κινείται») ενδεχομένως καταστεί η αυριανή κοινοτοπία. Το κρίσιμο είναι η πολυφωνία.
Το 2014, με αφορμή την αποκαθήλωση θεωρούμενων ως προσβλητικών φωτογραφιών στο πλαίσιο της έκθεση φωτογραφίας «Διόρθωση», η Ανεξάρτητη Αρχή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, γνωμοδότησε, με αναφορές σε παρόμοιες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για την ακώλυτη ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης:
«Εξάλλου, από τη φύση της, η τέχνη ως εκδήλωση της ελευθερίας του ανθρώπου προκαλεί, σοκάρει, αμφισβητεί, δημιουργεί συγκρούσεις. Τέχνη δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, μόνο ό,τι είναι ευχάριστο, αρεστό και αποδεχτό σε όλους. Ως τέτοια, η τέχνη αξιώνει μια ελευθερία πολύ πιο διευρυμένη από την ελευθερία της γνώμης. Η ανάγκη λοιπόν για προστασία και προώθηση της καλλιτεχνικής έκφρασης είναι τότε ακριβώς πιο απαραίτητη όταν η δημιουργία προκαλεί αντιδράσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η επίκληση ή η αποδοχή ενός γενικευμένου αξιώματος στη μη προσβολή από την κυκλοφορία ενός έργου τέχνης είναι εξόχως προβληματική καθώς θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε περιστολή του δικαιώματος στην καλλιτεχνική έκφραση και σε απαράδεκτο προκαθορισμό του ορίζοντα εξέλιξης της. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ολισθαίναμε σε ένα σύστημα κοινωνικής συνύπαρξης όπου η επίκληση της προσβολής του καθένα για οτιδήποτε θα αποτελεί εμπόδιο όχι μόνο για ελευθερία της έκφρασης αλλά και για κάθε στοιχειώδη ατομική ελευθερία.
Η διαφορετική προσέγγιση και αισθητική δεν μπορεί αυτόματα να καθιστά το έργο παράνομο και αισχρό. Απλώς εντάσσεται στα πλαίσια μιας αντίθετης άποψης και μιας καθόλα θεμιτής κριτικής. Η ανοχή και των πιο αντιπαθητικών μηνυμάτων δεν είναι ζήτημα καλής θέλησης αλλά θεμελιώδης αρχή κάθε φιλελεύθερης δημοκρατίας […]».
Εν κατακλείδι, μόνο μια ελεύθερη κοινωνία θεσμίζει την αυτο-αμφισβήτηση και μόνο σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν μας ενοχλεί οι φόροι μας να χρηματοδοτούν καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που ενοχλούν, ενδεχομένως και προσβάλλουν. Διότι γνωρίζουμε ότι, στην ελεύθερη κοινωνία, η προσβολή αφορά σε αντιλήψεις, όχι σε ανθρώπους.
Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick

