«Εγκωμιασμός» του Οτσαλάν στην Τουρκία
(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 1.10.2013, Yalçnkaya κ.ά. κατά Τουρκίας)
Στις 18 Ιουλίου 2008, 67 επιστολές απευθύνθηκαν προς τον εισαγγελέα της Halfeti από διαφορετικά πρόσωπα. Μερικά από αυτά που έφεραν τις υπογραφές των προσφυγόντων ενσωμάτωναν και το ακόλουθο απόσπασμα: «Αν το να απευθύνεσαι σε κάποιον χρησιμοποιώντας τον όρο “sayn”, αποτελεί αδίκημα, λοιπόν και εγώ λέγω “sayn” Αμπντουλάχ Οτσαλάν, τελώ αυτό το αδίκημα και αυτοκαταγγέλλομαι» (Σημ.: η λέξη sayn σημαίνει «κύριος», «αξιότιμος», «αγαπητός»). Ο εισαγγελέας κατηγόρησε τους επιστολογράφους ότι εγκωμίαζαν τον ηγέτη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης και ζήτησε την καταδίκη τους. Το δικαστήριο τους επέβαλε ποινή φυλάκισης, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική 1.500 τουρκικών λιρών. Οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι η κατ’ αυτών δίκη δεν ήταν δίκαιη, κατά παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και ότι τιμωρήθηκαν, κατά παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, διότι άσκησαν στο δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης. Παραπονούνται ότι η χρηματική ποινή που τους επιβλήθηκε ήταν κατά τι χαμηλότερη από το όριο του επιτρεπτού για άσκηση αναίρεσης. Εν τέλει παραπονούνται ότι η καταδίκη τους ήταν πολιτικής μάλλον, παρά νομικής φύσης.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή, εκτιμώντας ότι οι αιτιολογίες των εθνικών δικαστηρίων δεν είναι επαρκείς για να δικαιολογήσουν την παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης των ενδιαφερομένων και υπό τις συνθήκες της παρούσας περίπτωσης δεν ήταν αυτή αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Επίσης, αποφάνθηκε ότι η ένθεση από το νομοθέτη ορίου χρηματικής ποινής για την άσκηση αναίρεσης αντίκειται στην «αρχή της ισότητας των όπλων», αφού ο περιορισμός αυτός αποτελεί δυσανάλογο μέτρο σε βάρος των προσφευγόντων. Καταδίκασε δε την Τουρκία να πληρώσει σε κάθε έναν από τους προσφεύγοντες ποσό 640 ευρώ για υλική ζημία και 2.500 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, να καταβάλει σε όλους από κοινού το ποσό των 1.000 ευρώ για τα δικαστικά τους έξοδα.
Δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων υπεράσπισης
(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 3.10.2013, Iljazi κατά FΥRΟΜ)
Ο προσφεύγων καταδικάστηκε στην πατρίδα του για διακίνηση ναρκωτικών, διότι οι τελωνειακοί βρήκαν ποσότητα ηρωίνης στο φορτηγό του. Υποστήριξε ότι δεν φόρτωσε ο ίδιος το αυτοκίνητο με τα εμπορεύματα που μετέφερε και δεν γνώριζε το περιεχόμενό τους. Στη δίκη του επιχείρησε να επιτύχει δύο καταθέσεις από μάρτυρες που ήσαν παρόντες κατά τη φόρτωση, οι οποίοι, όπως είπε, επιβεβαιώνουν τη δική του εκδοχή των γεγονότων. Η αίτησή του απορρίφτηκε από το δικαστήριο, το οποίο άλλωστε δεν προσπάθησε να φέρει τους μάρτυρες στο ακροατήριο. Ο προσφεύγων τον Μάιο του 2007 καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας πέντε ετών και τριών μηνών για διακίνηση ναρκωτικών και η απόφαση έγινε αμετάκλητη τον Απρίλιο του 2008. Παραπονείται ότι με την άρνηση των εθνικών δικαστηρίων να δεχθούν τις καταθέσεις και να διασφαλίσουν την παρουσία των μαρτύρων για την υπεράσπισή του παραβιάστηκε το άρθρο 6 παρ. 1 και 3 δ της ΕΣΔΑ.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ενόψει και των ειδικών συνθηκών της υπόθεσης, κατά την οποία έλειπε κάθε άμεση απόδειξη, στον προσφεύγοντα έπρεπε να δοθεί μια εύλογη ευκαιρία να αμφισβητήσει την εκδοχή ότι ο ίδιος φόρτωσε και έκρυψε τα ναρκωτικά στο φορτηγό. Η άρνηση εξέτασης των μαρτύρων, τουλάχιστον του εξ αυτών T.S. οδήγησε σε περιορισμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης, που είναι ασυμβίβαστη με τις εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Εγινε λοιπόν δεκτή η προσφυγή και η FYROM καταδικάστηκε να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 2.400 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη.
Βιασμός και θάνατος νέου σε φυλακές της Ουκρανίας
(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 3.10.2013, Shchokin κατά Ουκρανίας)
Ο γιος του προσφεύγοντος ενώ εξέτιε ποινή στερητική της ελευθερίας, δάρθηκε και βιάστηκε από ομάδα κρατουμένων, ενώ παρατηρούσε αμέτοχος ένας επιθεωρητής των φυλακών εν υπηρεσία. Ο νέος απεβίωσε την επόμενη ημέρα από τα τραύματά του. Ο προσφεύγων άσκησε αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια κατά της διοίκησης των φυλακών, στην οποία απέδωσε αμέλεια με το να μην αποτρέψει τον βασανισμό του γιου του. Στηριζόμενος στα άρθρα 2 και 3 (δικαίωμα στη ζωή και απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης συμπεριφοράς) της ΕΣΔΑ, παραπονείται ότι ο θάνατος του γιου του οφείλεται σε πράξεις βασανισμού και ότι οι δράστες αυτών δεν ταυτοποιήθηκαν και δεν δικάστηκαν, και καμιά σοβαρή έρευνα δεν έγινε για τον ρόλο του επιθεωρητή των φυλακών. Επίσης παραπονείται ότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα να κινήσει διαδικασίες κατά της φυλακής και της Πολιτείας της Ουκρανίας, η οποία δεν παρείχε προστασία στον γιο του.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεωρεί ότι σύμφωνα με τις αποδείξεις το Κράτος παρέλειψε την υποχρέωσή του να προστατέψει τη ζωή του κρατούμενου, ο οποίος είχε τεθεί υπό το δικό του έλεγχο και θεωρεί το Κράτος υπεύθυνο για τον θάνατό του. Επίσης, δέχτηκε ότι παραλείφθηκαν οι αναγκαίες δικαστικές έρευνες εντοπισμού των υπαιτίων προς απόδοση ευθυνών. Δέχτηκε λοιπόν την προσφυγή και υποχρέωσε την Ουκρανία να πληρώσει στον προσφεύγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ για την ψυχική του οδύνη.
Δολοφονία βουλευτή της αντιπολίτευσης από αστυνομικούς στην Αλβανία
(Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απόφ. της 8.10.2013, Haxhia κατά Αλβανίας και Mulosmani κατά Αλβανίας)
Ο πρώτος προσφεύγων ήταν επικεφαλής της τροχαίας και ο δεύτερος επικεφαλής της δημόσιας τάξης σε βορειοδυτική πόλη της Αλβανίας. Ο πρώτος σήμερα εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών και ο δεύτερος ισόβιας κάθειρξης. Την εσπέρα της 12.9.1998 μέλος του Κοινοβουλίου που ανήκε στο Δημοκρατικό Κόμμα, καθώς και ο ένας αστυνομικός σωματοφύλακάς του θανατώθηκαν με πυροβολισμούς, ο άλλος δε αστυνομικός τραυματίστηκε σοβαρά. Ο Σαλί Μπερίσα αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος τότε, με δημόσια δήλωσή του κατηγόρησε για τη δολοφονία τον δεύτερο προσφεύγοντα. Το εθνικό δικαστήριο καταδίκασε τον Mulosmani για δύο ανθρωποκτονίες και μια απόπειρα ανθρωποκτονίας και τον Haxhia για συνέργεια στις εν λόγω πράξεις. Το δικαστήριο στηρίχτηκε σε καταθέσεις αρκετών μαρτύρων εκ των οποίων ο ένας ήταν αυτόπτης και ο άλλος εξέτιε ποινή φυλάκισης στην Ιταλία, ο οποίος υποβλήθηκε σε εξέταση μέσω άμεσης βιντεοσκόπησης. Οι καταδίκες επικυρώθηκαν τόσο από το Ακυρωτικό όσο και από το Συνταγματικό Δικαστήριο.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέρριψε τα παράπονα των προσφευγόντων, δεχθέν ότι οι αποδείξεις ήσαν νόμιμες και η αιτιολογίες επαρκείς, δόθηκε επαρκής χρόνος στους δικηγόρους να μελετήσουν τα έγγραφα της προδικασίας και μάλιστα όλα, δεν ήταν δε αναγκαία η κλήση του Μπερίσα στη δίκη να εξεταστεί ως μάρτυρας. Επίσης, δέχτηκε ότι δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας από τις δημόσιες δηλώσεις του Μπερίσα, διότι αυτές έγιναν από ιδιωτικό πρόσωπο που δεν κατείχε τότε κάποιο δημόσιο αξίωμα.

