ΝΕΟ ΔΕΛΧΙ. Οικονομολόγοι και ακαδημαϊκοί της Ινδίας απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Αμερικανών συναδέλφων τους ότι ο αναπτυσσόμενος κόσμος είναι ο βασικός υπαίτιος για την αύξηση των τιμών των τροφίμων. Θεωρούν αντιθέτως ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η παγκόσμια επισιτιστική κρίση, η Δύση θα πρέπει να αναπροσαρμόσει την ενεργειακή της πολιτική και να «κάνει δίαιτα». Οι επικρίσεις εναντίον της Αμερικής έχουν ενταθεί τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα από τότε που η κυβέρνηση Μπους κατηγόρησε εμμέσως τη συνεχώς διευρυνόμενη αστική τάξη της Ινδίας για τις πιέσεις που δέχονται οι τιμές των τροφίμων. Το ερώτημα που έχει ανακύψει πλέον στους ακαδημαϊκούς κύκλους του Νέου Δελχί είναι «γιατί οι Αμερικανοί θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα να τρώνε περισσότερο από εμάς;».
Αν το αποφάσιζαν
Το επισιτιστικό πρόβλημα οφείλεται κατ’ αυτούς στο προφανές γεγονός ότι οι Δυτικοί καταναλώνουν κατά μέσο όρο 50% περισσότερες θερμίδες από τους Ινδούς. Εάν οι Αμερικανοί αποφάσιζαν μάλιστα να αδυνατίσουν, έστω και λίγο, τότε χιλιάδες άνθρωποι στην Υποσαχάρια Αφρική θα είχαν φαγητό στο τραπέζι τους. Επιπλέον, τα χρήματα που σπαταλούν κάθε χρόνο οι Αμερικανοί σε λιποαναρρόφηση θα μπορούσαν να διατεθούν για ανθρωπιστική βοήθεια στους φτωχούς του πλανήτη.
Εδώ και αρκετά χρόνια, αναπτυσσόμενα κράτη όπως η Ινδία και η Κίνα συγκεντρώνουν τα πυρά της Δύσης, η οποία τα κατηγορεί για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας, από το φαινόμενο του θερμοκηπίου μέχρι τις παγκόσμιες πληθωριστικές τάσεις. Παρά το γεγονός ότι καταναλώνουν περισσότερα καύσιμα και αγαθά από ποτέ, οι Ινδοί δεν παραλείπουν να υπογραμμίζουν ότι συνεχίζουν να τρώνε λιγότερο και να μολύνουν ελάχιστα σε σχέση με τις δυτικές χώρες και ιδιαίτερα με την Αμερική.
Ο μέσος Αμερικανός θρέφεται με 3.770 θερμίδες την ημέρα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων του ΟΗΕ. Μπροστά σε αυτήν την υπερκατανάλωση, οι 2.440 θερμίδες με τις οποίες θρέφεται ο μέσος Ινδός ωχριούν. Επιπλέον, οι Αμερικανοί καταναλώνουν περισσότερο βοδινό από οποιοδήποτε άλλο λαό του κόσμου. Ως γνωστόν, το βοδινό απαιτεί περισσότερη ενέργεια από οποιαδήποτε άλλη τροφή για να φτάσει στο πιάτο μας. Σε ό,τι αφορά τα καύσιμα, οι Αμερικανοί, μαζί με τους Καναδούς, έρχονται πρώτοι στην κατά κεφαλήν κατανάλωση πετρελαίου.
Ο Ινδός υπουργός εμπορίου, Τζαϊράμ Ραμές, δήλωσε ότι «το να ρίχνει κανείς τις ευθύνες στην Ινδία για τις αυξήσεις στα τρόφιμα είναι τελείως παράλογο». Πολιτικοί και επιστήμονες της ασιατικής χώρας αναφέρονται σε σειρά άλλων παραμέτρων που επηρεάζουν την τιμή των τροφίμων: Πρώτα απ’ όλα στην αλλαγή χρήσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και τη διάθεση μεγάλου μέρους της αγροτικής παραγωγής για την παρασκευή βιοκαυσίμων. Δεύτερον, θεωρούν ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη επηρεάζουν αρνητικά το εμπόριο αγροτικών αγαθών. Τέλος, η κατάρρευση της συναλλαγματικής αξίας του δολαρίου δεν θα μπορούσε να μην έχει αντίκτυπο στις τιμές των τροφίμων.
Ο υπουργός Βιομηχανίας της Ινδίας, Καμάλ Ναθ, τονίζει ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις στην Ευρώπη αποθαρρύνουν την καλλιέργεια εύφορων εκτάσεων στην Αφρική, αλλά και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Δεν παραλείπει βεβαίως να αναφέρει και τις τεράστιες ποσότητες τροφίμων που πετάγονται στα σκουπίδια από τα αμερικανικά νοικοκυριά, τα οποία αγοράζουν χωρίς φειδώ από τα σούπερ μάρκετ και δεν προλαβαίνουν να καταναλώσουν τα αγαθά πριν από την ημερομηνία λήξης τους. Εν ολίγοις, αν κάποιος ευθύνεται για το επισιτιστικό πρόβλημα, αυτός είναι ο αμερικανικός υπερκαταναλωτισμός και η παχυσαρκία. Αλλωστε, μέχρι το 2006, οι τιμές των τροφίμων παρέμεναν σταθερές παρά την αλματώδη ανάπτυξη των οικονομιών της Ινδίας και της Κίνας. Μετά από αυτήν την ομοβροντία αλληλοκατηγοριών, ο Λευκός Οίκος αναδιπλώθηκε και συνέστησε ψυχραιμία.

