H Νικόλ Λατρίς Μπάουσερ, μια γλυκομίλητη μητέρα τριών μικρών παιδιών από το Μέμφις του Τενεσί, ήρθε στην Ελλάδα πριν από λίγες μέρες. Ηρθε, λέει, να πει στον ελληνικό λαό την αλήθεια για τον πατέρα της, τον λοχία Ρόναλντ Στιούαρτ της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας, ο οποίος δολοφονήθηκε από την «17 Νοέμβρη» πριν από 12 χρόνια, και να βρει μια ηρεμία που είχε χάσει από τότε. H Μπάουσερ έφυγε από την Αθήνα με την ευχή να μάθουν οι Ελληνες και οι Αμερικανοί περισσότερα ο ένας για τον άλλον γιατί, όπως είπε, ζούνε και οι δύο με εσφαλμένες εντυπώσεις. Από την κουβέντα μας φάνηκε πόσο μεγάλο είναι αυτό το χάσμα κάποιες φορές.
«Ο κύριος λόγος που ήρθα εδώ, ήταν γιατί ήθελα να μάθει ο ελληνικός λαός ότι η δολοφονία του πατέρα μου δεν ήταν πολιτική πράξη. Δεν ήταν δολοφόνος και μισθοφόρος, όπως τον κατήγγειλε η 17 Νοέμβρη», είπε η Μπάουσερ σε συνέντευξή της πριν γυρίσει στην Αμερική. «O πατέρας μου ποτέ δεν κράτησε όπλο. Ποτέ δεν έλαβε μέρος σε κάποιο πόλεμο». O λοχίας Στιούαρτ, ο οποίος ήταν 36 όταν σκοτώθηκε από μία βόμβα έξω από το σπίτι του στην Ανω Γλυφάδα, στις 13 Μαρτίου του 1991, ήταν υπεύθυνος προμηθειών του νοσοκομείου και του ΚΨΜ της τότε βάσης του Ελληνικού.
Η 29χρονη Μπάουσερ είπε ότι της ήταν πολύ δύσκολο να επιστρέψει στην Ελλάδα, έπειτα από τόσα χρόνια, για τη δίκη. Είχε ζήσει πολύ ευτυχισμένα χρόνια εδώ σαν παιδί, αλλά ο φόνος του πατέρα της (όταν αυτή ήταν 17) άλλαξε τα πράγματα για πάντα. H μητέρα της και αυτή ήταν στην Αμερική όταν έγινε η δολοφονία.
«Στην αρχή σκεφτόμουν να μην έρθω. Δεν πίστευα πως θα ξαναερχόμουν. Δεν ήθελα να έρθω», είπε.
Τα πράγματα ήταν αλλιώς όταν μεγάλωνε εδώ. «Δεν αισθάνθηκα ποτέ κίνδυνο. Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με Ελληνες φίλους. Πάντα με δεχόντουσαν με ανοιχτές αγκάλες. Είναι τόσο άσχημα τώρα γιατί οι αναμνήσεις που έχω από την Ελλάδα είναι τόσο όμορφες αλλά πονάω όποτε τις σκέπτομαι, γιατί ο θάνατος του πατέρα μου ήταν τόσο βάναυσος, τόσο ανόητος».
Η απόφαση να έρθει στη δίκη
Μόνο όταν μίλησε με την κόρη ενός άλλου Αμερικανού θύματος, του Ουίλιαμ Νορντίν (ο ναυτικός ακόλουθος που δολοφονήθηκε από την 17το 1988), και έμαθε ότι αυτή δεν θα ερχόταν στην Ελλάδα για τη δίκη, αποφάσισε ότι αυτή θα έρθει.
«Είμαι μοναχοπαίδι. H μητέρα μου δεν μπορούσε να έρθει, και έτσι δεν θα εκπροσωπούσε κανείς τον πατέρα μου. H μητέρα μου θρηνεί ακόμα. Είναι πάρα πολύ δύσκολο γι’ αυτήν», είπε. «Πριν έρθω, η οικογένειά μου με ικέτευε, «Μην πας, θα σε σκοτώσουν. Μισούν τους Αμερικανούς», μου έλεγαν. Κι όταν είσαι εδώ βλέπεις ότι οι Ελληνες πιστεύουν ότι όλοι οι Αμερικανοί θέλουν να κάνουν πόλεμο… Πιστεύω ότι χρειάζεται να έχουν μεγαλύτερη επικοινωνία οι δύο λαοί μας», είπε η Μπάουσερ. «Είναι δύσκολο να μην πιστεύουν οι Αμερικανοί ότι οι Ελληνες δεν είναι τρομοκράτες και είναι δύσκολο για τους Ελληνες να μην πιστεύουν ότι όλοι οι Αμερικανοί είναι μισθοφόροι φονιάδες».
Ο πόλεμος στο Ιράκ
Η Μπάουσερ, η οποία είναι και αυτή κατά του πολέμου στο Ιράκ, ακολούθησε μια αντιπολεμική πορεία έξω από την αμερικανική πρεσβεία. «Είδα τη διαδήλωση την περασμένη εβδομάδα και ήταν ειρηνική. Μερικά παιδιά πέταξαν μπογιά αλλά δεν υπήρξε βία», είπε. «Ανέχομαι αντίθετες γνώμες αλλά όχι βία… Ολοι έχουν το δικαίωμα στη γνώμη τους, αλλά κανενός η γνώμη δεν είναι πολυτιμότερη από τη ζωή ενός άλλου».
Η Μπάουσερ τόνισε ότι πολλοί Αμερικανοί αντιτίθενται στον πόλεμο. «Δέν φταίνε όλοι οι Αμερικανοί που γίνεται πόλεμος. Αλλά δεν βλέπετε τις διαδηλώσεις μας. Εμείς όμως βλέπουμε τις δικές σας. Είναι στο CΝΝ».
Αυτό που την εξέπληττε πάντα, είπε, ήταν ότι οι Ελληνες ποτέ δεν διαδήλωσαν εναντίον της τρομοκρατίας. «Πάντα αναρωτιόμουν, επειδή οι Ελληνες είναι πάρα πολύ ειρηνικός λαός και αντίθετοι με τη βία… Δεν καταλάβαινα γιατί οι Ελληνες δεν εξοργίζονταν με την τρομοκρατία, γιατί δεν μιλούσαν. Πιο πολλοί Ελληνες δολοφονήθηκαν από ό,τι Αμερικανοί. Μπορεί να μην τους ένοιαζε ο θάνατος κάποιου Αμερικανού, ενός στρατιωτικού. Αλλά έπρεπε να τους νοιάζει ότι δικοί τους σκοτώνονταν. Δεν κατάλαβα γιατί αυτό δεν τους θύμωνε».
Κοιτάζοντας στα μάτια τον Σάββα Ξηρό
Ενας από τους κατηγορούμενους για συμμετοχή στη 17N, ο Σάββας Ξηρός, σε ομολογία που έχει αποσύρει, είπε ότι αυτός πάτησε το κουμπί που εκπυρσοκρότησε τη βόμβα που σκότωσε τον Στιούαρτ.
«Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να κοιτάξω τον Σάββα στα μάτια. Είχα δει φωτογραφίες του και ήξερα το όνομά του,» είπε η Μπάουσερ. «Είχα την εικόνα ενός τέρατος, κάποιου τεράστιου ανθρώπου που μπορούσε να κάνει οτιδήποτε… Τον κοίταξα και ήταν ένα τίποτα. Είναι ένας δειλός που κρύβεται πίσω από βόμβες. Δεν θα ήταν άνδρας ικανός να τα βάλει στα ίσα με τον πατέρα μου… Τον κοίταξα και αυτός έστρεψε το βλέμμα του. Δεν μπορούσε να με κοιτάξει».
Η Μπάουσερ ξαφνιάστηκε από τις ερωτήσεις που της έκαναν δικηγόροι των κατηγορουμένων. «Δεν το περίμενα. Προσπάθησα πολύ να κρατήσω την ψυχραιμία μου αλλά με εξόργισαν», είπε. «Ηταν φανερό ότι ήθελαν να αμαυρώσουν τη μνήμη του πατέρα μου για να νομιμοποιήσουν τους πελάτες τους. Μου φάνηκε τόσο απάνθρωπο. Δεν έχουν κανένα σεβασμό για τη μνήμη του πατέρα μου.
Με ρωτούσαν πράγματα τελείως άσχετα, όπως για τον πόλεμο στο Ιράκ και άλλα. Ηταν σαν να έκαναν σόου οι δικηγόροι για τους δημοσιογράφους». Στην προκήρυξή της μετά τη δολοφονία του Στιούαρτ, η 17τον είχε αποκαλέσει «φονιά» και «μισθοφόρο» και έλεγε ότι τον σκότωσε λόγω του (τότε) Πολέμου στον Κόλπο.
Για τον Δ. Κουφοντίνα
Ο Δημήτρης Κουφοντίνας είπε για την κατάθεση της Μπάουσερ ότι μπροστά στον πόνο του παιδιού που έχασε τον γονιό του υποκλινόμαστε όλοι. «Μην εκφράζεις λύπη για ένα κοριτσάκι επειδή έχασε τον πατέρα της, όταν για τριάντα χρόνια σκοτώνεις πατεράδες κοριτσιών», είπε θυμωμένα η Μπάουσερ. «Είναι γελοίο. Τα πιο πολλά θύματα είχαν οικογένειες, αν όχι όλα. Μη μου πεις ότι δεν το ξέραν αυτό τότε, ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν πατεράδες, σύζυγοι, γιοι».
Επίσκεψη στο Ελληνικό
Η Μπάουσερ επισκέφθηκε την παλαιά βάση στο Ελληνικό και το σπίτι έξω από το οποίο σκοτώθηκε ο πατέρας της.
«Μόλις σταμάτησε το αυτοκίνητο και βγήκα έξω, η κυρία Αφροδίτη, η ιδιοκτήτρια του κτιρίου, κατάλαβε αμέσως ότι ήμουν εγώ. Ετρεξε, με αγκάλιασε και με φίλησε. Ηρθαν κι άλλοι γείτονες. H κυρία Αφροδίτη μου έδειξε το σημείο όπου σκοτώθηκε ο πατέρας μου. O γιος της τον είχε βάλει στο αυτοκίνητό του και τον πήγε στη βάση… Αφησα τριαντάφυλλα στο σημείο εκείνο. Τρία. Ενα για μένα, ένα για τον πατέρα μου, και ένα για τη μητέρα μου. Ηταν πολύ δύσκολο για εμένα να πάω εκεί. Αλλά χαίρομαι που πήγα. Μου έδωσε μια αίσθηση ηρεμίας. Χάρηκα που μίλησα με ανθρώπους, Ελληνες, που ήξεραν τον πατέρα μου και που ήταν τόσο εξοργισμένοι όσο εγώ με την ανόητη πράξη της δολοφονίας του».
«Τώρα είμαι πιο ήρεμη»
Και τώρα που ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην Αμερική, πώς αισθανόταν; «Είμαι πιο ήρεμη. Εχω λιγότερη οργή. Δεν φοβάμαι αυτούς τους ανθρώπους πια», είπε. Για χρόνια φοβόταν ότι η 17μπορούσε να της κάνει κι άλλο κακό. «Ημουν τρομοκρατημένη. Για δύο χρόνια είχα εφιάλτες. Δεν μπορούσα να οδηγήσω αυτοκίνητο. Νόμιζα ότι θα εκραγεί. Στην αρχή πιστέψαμε ότι η βόμβα είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητο του πατέρα μου και ότι είχε εκραγεί εκεί», είπε.
Παρ’ όλο που το δύσκολο αυτό ταξίδι βοήθησε την ίδια προσωπικά, δεν ξεχνάει ότι έγινε για τον πατέρα της. «Ηθελα να κάνω τον πατέρα μου περήφανο. Ηταν η τελευταία μου ευκαιρία να του αποτίσω φόρο τιμής», είπε.
Μια αποκάλυψη έπειτα από 5 χρόνια
Η Μπάουσερ θυμήθηκε τον πόνο που της προκάλεσε το γεγονός ότι πίστευε πως ο πατέρας της πέθανε πικραμένος μαζί της. «Την τελευταία φορά που είχαμε μιλήσει, μου είπε ότι ήταν απογοητευμένος μαζί μου επειδή αποφάσισα να παντρευτώ πριν τελειώσω το σχολείο», είπε δακρύζοντας. «Τα τελευταία λόγια που μου είπε ήταν ότι ήταν απογοητευμένος μαζί μου. Εζησα με αυτό για πολύ καιρό».
Οταν γεννήθηκε ο γιος της, ένα μήνα πριν από τη δολοφονία, έστειλε γράμμα στον πατέρα της, λέγοντας ότι είχε ένα εγγονάκι που έφερε το όνομά του. «Δεν έμαθα αν έλαβε το γράμμα. Δεν έμαθα αν ο πατέρας μου ήξερε ότι είχε έναν εγγονό με το όνομά του. Αυτό με στενοχωρούσε για πολλά χρόνια,» είπε.
Τυχαία, ύστερα από τέσσερα-πέντε χρόνια, είπε, η μητέρα της συνάντησε έναν παλιό φίλο και συνάδελφο του πατέρα της που τη ρώτησε τι κάνει ο μικρός Ρόναλντ. Ετσι έμαθαν ότι ο Ρόναλντ Στιούαρτ είχε μάθει για τον εγγονό του και ότι ήταν πολύ χαρούμενος. «Αυτό ήταν τόσο σημαντικό για μένα. Αυτό άλλαξε πολλά για μένα. Γιατί τότε μόνο ήξερα ότι δεν είχε πεθάνει θυμωμένος μαζί μου».

