Το κρασί της Κρήτης από λιασμένα σταφύλια

5' 53" χρόνος ανάγνωσης

«Οπως προκύπτει από τις λίγες σωζόμενες γραπτές πηγές, κυρίως όμως από τα αρχαιολογικά ευρήματα, το κρασί ήταν στην Κρήτη ένα σημαντικό προϊόν κατά την αρχαϊκή εποχή και τον 5ο αιώνα π.Χ., αλλά δεν φαίνεται να αποτελούσε αντικείμενο θαλάσσιου εμπορίου? τουλάχιστον δεν σώζεται καμιά μαρτυρία… H εγχώρια κατανάλωση ήταν πάντως σημαντική μεταξύ 4ου και 3ου αιώνα π.Χ. Αλλά και στην πρώτη περίοδο της ελληνιστικής εποχής ουδεμία ένδειξη υπάρχει για εμπόριο έξω από την Κρήτη. Οι αιγυπτιακοί πάπυροι, που εντούτοις δίνουν πολλές πληροφορίες για τους οίνους άλλων περιοχών, σιωπούν… Τα πρώτα ίχνη εξαγωγικού εμπορίου εμφανίζονται στα τέλη του 3ου ή κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. με τις ενσφράγιστες λαβές της Ιεράπυτνας.

Είναι σπάνιες και μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί μόνο στην Αλεξάνδρεια. Είναι η εποχή που το κρασί της Κρήτης αρχίζει να είναι γνωστό εκτός νησιού με τις ιδιότητες που θα το χαρακτηρίζουν στους επόμενους αιώνες… Δεν είναι όμως ακόμη η ώρα για μια εμπορική εκτίναξη, που θα σημειωθεί κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, τότε που το κρητικό κρασί θα γνωρίσει μια πραγματική εμπορική άνθηση».

Τα πιο πάνω αποσπάσματα αποτελούν μετάφραση μέρους των συμπερασμάτων της διδακτορικής διατριβής «Το κρασί και οι αμφορείς της Κρήτης»1, που υποστήριξε στη Γαλλία η αρχαιολόγος Αντιγόνη Μαραγκού – Lerat, Κυπριωτοπούλα στην καταγωγή, που διδάσκει σήμερα στο πανεπιστήμιο της Rennes. Της οφείλουμε ότι μελέτησε τις πηγές που αφορούν την αμπελοκαλλιέργεια και την οινοπαραγωγή της Κρήτης κατά τους ιστορικούς χρόνους, διερεύνησε την τυπολογία των κρητικών αμφορέων των ρωμαϊκών χρόνων και από τη διασπορά τους στις θέσεις και στους χώρους που τους εντόπισε, οδηγήθηκε σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα για το κρητικό οινεμπόριο κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους και ιδιαίτερα τους αυτοκρατορικούς.

Θα έχουμε και άλλοτε την ευκαιρία να αναφερθούμε σ’ αυτή τη μελέτη, καθώς θα επιχειρήσω να διερευνήσω θέματα του κρητικού κρασιού από μια τελείως διαφορετική σκοπιά: την οινοτεχνική. H πρώτη ελληνική γραπτή μαρτυρία σχετικά με τον «πάσσο» ανάγεται στον 2ο αιώνα π.Χ. και οφείλεται στον ιστορικό Πολύβιο: «Επειδή στους Ρωμαίους απαγορεύεται να πίνουν οι γυναίκες οίνο, πίνουν αυτό που λέγεται πάσσος. Παρασκευάζεται από σταφίδα και είναι παραπλήσιος με τον γλυκό Αιγοσθενίτη και τον Κρητικό? τον πίνουν όταν τις πιέζει η δίψα. Είναι δε αδύνατον να μη γίνει αντιληπτή όποια πίνει κρασί, γιατί καταρχήν δεν έχει το δικαίωμα να βρίσκεται στο κελάρι του κρασιού. Οφείλει, επί πλέον να ασπάζεται καθημερινά, την πρώτη φορά που θα τους συναντήσει, τους συγγενείς της και τους συγγενείς του άνδρα της μέχρι τα παιδιά των εξαδέλφων. Αφού, λοιπόν, είναι άγνωστο πότε θα τους συναντήσει, φυλάγεται, διότι ακόμη και εάν γευθεί κρασί, δεν χρειάζεται άλλη κατηγορία»2.

Το απόσπασμα αυτό δίνει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες. H πρώτη μάς λέει ότι ο ρωμαϊκός passum παραγόταν από σταφίδες, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις συνταγές του Μάγωνα, τις οποίες περιγράψαμε διεξοδικά στα δύο τελευταία κυριακάτικα σημειώματα.

Πληροφορούμεθα ακόμη ότι κατά την περίοδο της αυστηρής ελεύθερης πολιτείας, αρκούσε ένα φιλί για να διαπιστωθεί εάν μία Ρωμαία είχε πιει κρασί? θα την πρόδιδε η χαρακτηριστική οσμή της αλκοόλης. Αυτό σημαίνει ότι ο passum, που επιτρεπόταν να πίνουν οι Ρωμαίες, δεν περιείχε αλκοόλη? ήταν ένας πολύ γλυκός χυμός σταφυλής που δεν ζυμωνόταν? ένα ποτό που πινόταν στη θέση του οίνου αλλά ήταν ουσιαστικά μούστος. Εχουμε επομένως την επιβεβαίωση ότι ο passum ήταν ένας vinum- mustum.

H επόμενη πληροφορία έχει σχέση με τον κρητικό οίνο. Εάν με ρωτούσατε σήμερα με ποιο κρασί μοιάζει ο ισπανικός οίνος που έρχεται στην αγορά με το όνομα Cava, θα σας έλεγα -στην προσπάθεια να σας κάνω να καταλάβετε- ότι παρασκευάζεται με την ίδια μέθοδο που παρασκευάζεται ο οίνος σαμπάνια και έχει παρεμφερείς χαρακτήρες. Και εάν ήθελα να σας κάνω να αντιληφθείτε τους χαρακτήρες ενός Frontignaθα σας έλεγα ότι παράγεται όπως το σαμιώτικο μοσχάτο, με το οποίο έχει παραπλήσιους οργανοληπτικούς χαρακτήρες. Θα διάλεγα, δηλαδή, ως οίνους αναφοράς, τους πιο αντιπροσωπευτικούς του είδους τους και τους πιο γνωστούς.

Το ίδιο έκανε και ο Πολύβιος. Θέλοντας να δώσει στους Ελληνες αναγνώστες του μια ιδέα του τι ακριβώς ήταν αυτό που οι Ρωμαίοι ονόμαζαν passum, τους είπε ότι «πινόμενος έστι παραπλήσιος» με τον γλυκόν Αιγοσθενίτη οίνο και τον κρητικό.

Αυτό σημαίνει πως οι δύο αυτοί οίνοι ήταν πολύ γνωστοί στον ελληνικό κόσμο τουλάχιστον από τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., γιατί κανείς δεν παρουσιάζει ένα άγνωστο προϊόν συγκρίνοντάς το με ένα παρεμφερές αλλά εξίσου σχεδόν άγνωστο, όπως φαίνεται καταρχήν ότι ήταν ο κρητικός οίνος στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, αφού δεν υπάρχουν μαρτυρίες εξαγωγικού εμπορίου. Ας διερευνήσουμε αυτή τη φαινομενική αντίφαση.

Εκτός εμπορίου

Δεν αποτελεί έκπληξη το ότι ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης (204-182 π.Χ.) γνώριζε τον «πάσσον», γιατί έζησε 17 χρόνια στη Ρώμη και περιόδευσε πολλές φορές στη βόρειο Αφρική, ονομαστή για τους «πάσσους» της3. Πού γνώρισε όμως τον κρητικό οίνο ή ποιοι του τον περιέγραψαν;

Τα χρόνια εκείνα η Κρήτη ήταν ελεύθερο κράτος. H γεωργική παραγωγή είχε σημαντική θέση στην οικονομία της, η οποία όμως βασιζόταν κυρίως σε δύο προσοδοφόρες δραστηριότητες: τη μισθοφορία και την πειρατεία. Κρήτες τοξότες μετείχαν στο εκστρατευτικό σώμα που οδήγησε ο Μεγαλέξανδρος κατά των Περσών το 334 π.Χ., αλλά και στη μάχη των Γαυγαμήλων. Και αργότερα, Κρήτες τοξότες χρησιμοποίησε ο Δημήτριος στην πολιορκία της Ρόδου. Είναι δε γνωστό, ότι οι μισθοφόροι όλων των εποχών ξεκινούσαν έχοντας πάντα μαζί τους τη φλάσκα ή τον ασκό με το κρασί. Είναι φυσικό, νομίζω, να συνετέλεσαν οι Κρήτες μισθοφόροι στο να γίνει γνωστό το κρητικό κρασί πολύ πριν αρχίσει το επίσημο εξαγωγικό οινεμπόριο.

Ως την τελευταία δεκαετία του 3ου αιώνα π.Χ., το ισχυρότερο κράτος της ανατολικής Μεσογείου ήταν το βασίλειο των Πτολεμαίων, που και αυτό χρησιμοποιούσε υψηλό ποσοστό μισθοφόρων Ελλήνων και βέβαια Κρητών. Είχε στην κατοχή του ανατολικά την Κύπρο και την Κοίλη Συρία με τα λιμάνια της Φοινίκης, δυτικά δε την Κυρηναϊκή, στην οποία είχαν εγκατασταθεί Κρήτες. Είχε ακόμη ναυτικές βάσεις, δύο από τις οποίες μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα: η μια ήταν το νησί της Θήρας και η άλλη το ανατολικό άκρο της Κρήτης.

Κάθε μία από τις δύο αυτές βάσεις τροφοδοτείτο, ως φυσικό, από τα γεωργικά προϊόντα των αντίστοιχων νησιών. Τότε έγινε γνωστός ο κατά τα άλλα άγνωστος θηραίος οίνος, που ήταν και αυτός πολύ γλυκός από λιασμένα σταφύλια. Το ίδιο έγινε ασφαλώς και στην Κρήτη? στο πλαίσιο του εσωτερικού εμπορίου αναπτύχθηκε και το εμπόριο του Πτολεμαϊκού στρατοπέδου, οι Ελληνες αξιωματούχοι και οι άνδρες του οποίου είχαν χρηματική άνεση και μπορούσαν να αγοράζουν ένα κρασί παρεμφερές με αυτό που είχαν γνωρίσει σε άλλα λιμάνια της Ανατολής -κυρίως της Φοινίκης- και της βόρειας Αφρικής, οι οποίες είχαν μεγάλη παράδοση στα λιαστά κρασιά. Και είναι γνωστό ότι οι ναυτικοί όλων των εποχών, είναι αυτοί που διέδοσαν τη φήμη των κρασιών, τα οποία έπιναν στα διάφορα λιμάνια.

Είναι όμως εξίσου γνωστό, ότι ο ιστορικός Πολύβιος που ήταν στρατιωτικός και μισθοφόρους γνώρισε στη ζωή του και με στρατιωτικά πλοία ταξίδεψε. Μήπως δεν ήταν δίπλα στον Σκιπίωνα Αιμιλιανό όταν οι Ρωμαίοι άλωσαν την Καρχηδόνα; Φαίνεται, λοιπόν, ότι το κρητικό κρασί ήταν ευρύτερα γνωστό κατά την ελληνιστική εποχή και ας μην ήταν ακόμη οργανωμένη η διά θαλάσσης εμπορία του μέσα σε αμφορείς. Οι ασκοί έπαιζαν τον ρόλο που παίζουν σήμερα οι νταμιζάνες, όταν μας φέρνουν «πεσκέσι» ένα σπιτικό κρασί από νησιά που ουδέποτε γνώρισαν εμφιαλωτική μηχανή. Ποιος μιλάει γι’ αυτά; Και όμως, ο λαός τα γνωρίζει και τα τιμάει.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT