Η αποκάλυψη προέκυψε σε χαλαρή συζήτηση βουλευτών και δημοσιογράφων στο εντευκτήριο της Βουλής: Πολιτικός, λέει, με πάρα πολλά «ένσημα» και υψηλές θέσεις στο ενεργητικό του έχει εξελιχθεί σε δεινό «prompter». Τι σημαίνει αυτό; Οχι μόνο χρησιμοποιεί καθημερινά τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, αλλά ξέρει πώς και τι ακριβώς πρέπει να ρωτήσει για να εκμαιεύει από τα bots τις πιο ωφέλιμες απαντήσεις. Ο ίδιος, ωστόσο, επιμένει να προειδοποιεί: τα δεδομένα που παράγει ένα γλωσσικό μοντέλο δεν πρέπει να υιοθετούνται αυτολεξεί.
Είναι προϊόν μηχανικής επεξεργασίας, όχι πολιτικής σκέψης. Κάποιοι τον ακούν. Κάποιοι άλλοι, προφανώς, όχι. Στην ίδια συζήτηση, έτερος βουλευτής υποστήριζε πως μετά τη μαζική διάδοση των εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, άρχισε να παρατηρεί αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που δεν συνάδουν με τη λεκτική ή… διανοητική ικανότητα των δημιουργών τους. «Είναι προφανές ότι αναζητούν τσιτάτα, λόγια σοφών ανθρώπων ή και θέσεις για θέματα που ουδόλως γνωρίζουν», μας λέει συγκεκριμένα. Το αποτέλεσμα είναι συχνά αδύναμο. Ορισμένες φορές και ακούσια κωμικό.
Δημόσια κριτική – Οι εκλεγμένοι βουλευτές δεν μπορούν να παραδίδουν την κρίση τους στις μηχανές, προειδοποίησε ο Τομ Τούγκενχαντ, βουλευτής των Τόρις, που άσκησε δημόσια κριτική στους συναδέλφους του για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.
Υποκατάστατο σκέψης
Τα τελευταία τρία χρόνια, καθώς οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης ενσωματώνονται στην καθημερινότητα, οι πολιτικοί όλων των αποχρώσεων έχουν αρχίσει να τις χρησιμοποιούν και στον πολιτικό λόγο. «Η τεχνητή νοημοσύνη έχει μπει ήδη στα πολιτικά γραφεία στη χώρα κυρίως για να δημιουργήσει ή να στρώσει μια ομιλία, ένα δελτίο Τύπου, να βρει “πιασάρικους” τίτλους για τα social media ή να συγκεντρώσει πληροφορίες για ένα θέμα που ο πολιτικός και οι συνεργάτες του δεν κατέχουν καλά», σημειώνει στην «Κ» ο Παναγιώτης Παπαχατζής, ο οποίος είναι σύμβουλος στρατηγικής επικοινωνίας και διευθύνει την εταιρεία War Room Intelligent Communication.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι σε ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης, όπου όλα πρέπει να γίνονται άμεσα, είναι ένα δελεαστικό εργαλείο. Το πρόβλημα όμως ξεκινάει όταν αντί για χρήσιμο εργαλείο στη δουλειά ενός πολιτικού, γίνεται υποκατάστατο σκέψης. «Εχει ενδιαφέρον ότι ένας εξαιρετικά σοβαρός επιστημονικός συνεργάτης μού έλεγε πρόσφατα ότι αυξήθηκαν οι επερωτήσεις στη Βουλή και στην Ευρωβουλή από βουλευτές που δεν είχαν και τη μεγαλύτερη δραστηριότητα στο παρελθόν. Και αν δει κανείς τις επερωτήσεις αυτές, κάνουν μπαμ ότι είναι προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Τόσο από το ύφος τους όσο και από χτυπητά λάθη σε στοιχεία», υπογραμμίζει ο κ. Παπαχατζής.
Ολα αυτά μπορεί να ακούγονται χαριτωμένα, αν δεν προέκυπταν κίνδυνοι από τη χρήση των νέων εργαλείων στον δημόσιο βίο. Στη Μεγάλη Βρετανία, ο συντηρητικός βουλευτής Τομ Τούγκενχαντ άσκησε δημόσια κριτική στους συναδέλφους του για τη χρήση του ChatGPT στη συγγραφή των κοινοβουλευτικών ομιλιών τους, προειδοποιώντας ότι οι εκλεγμένοι βουλευτές δεν μπορούν να παραδίδουν την κρίση τους στις μηχανές. Και στις έρευνες κοινής γνώμης οι πολίτες απαντούν με συντριπτική πλειοψηφία ότι δεν επιθυμούν οι μηχανές να παίρνουν αποφάσεις για το μέλλον τους.
«Το πρόβλημα είναι όταν δεν το έχεις διαβάσει προσεκτικά και δεν είναι δικά σου λόγια. Αυτό είναι το πρόβλημα», εξηγεί στην «Κ» ο βουλευτής των Τόρις, Τομ Τούγκενχαντ. «Κάποιοι χρησιμοποιούσαν φράσεις όπως “I rise to speak”, που είναι αμερικανισμός. Δεν είναι βρετανική έκφραση. Δεν τη χρησιμοποιούμε στο βρετανικό κοινοβούλιο. Αν λοιπόν τη λες, σημαίνει ότι δεν έχεις σκεφτεί αυτό που γράφτηκε, γιατί δεν το έχεις γράψει εσύ. Δεν είναι θέμα εργαλείων. Είναι θέμα κατανόησης».
Ανάγκη εκπαίδευσης – «Χρειάζεται άμεσα εκπαίδευση στην ορθή χρήση της ΑΙ. Οχι τεχνική. Πολιτική εκπαίδευση. Γιατί αυτά τα εργαλεία δεν θα κάνουν έναν τεμπέλη ή ανεπαρκή πολιτικό ικανότερο. Απλώς πιο επικίνδυνο», λέει ο Παναγιώτης Παπαχατζής, σύμβουλος στρατηγικής επικοινωνίας.
«Στη στρατηγική, η Τ.Ν. κάνει εξαιρετική ανάλυση δεδομένων και σεναρίων. Στην εταιρεία μου τη χρησιμοποιούμε σε βάθος για αυτή τη δουλειά», λέει ο κ. Παπαχατζής. «Δεν είναι όμως ικανή να σταθμίσει κοινωνικές ευαισθησίες, θεσμικές ισορροπίες, στοιχεία της κυρίαρχης κουλτούρας και ιστορικά φορτία. Αυτά παραμένουν βαθιά ανθρώπινα. Τουλάχιστον ακόμη. Η λάθος χρήση όμως κρύβει και επιπλέον κινδύνους. Ο πρώτος κίνδυνος είναι η ψευδαίσθηση της βεβαιότητας. Τα συστήματα Τ.Ν. παράγουν απαντήσεις με πειστικό ύφος, αλλά δεν αντιλαμβάνονται πάντα την πραγματικότητα. Αν ένας πολιτικός βασιστεί σε αυτά χωρίς ανθρώπινη αξιολόγηση, μπορεί να οδηγηθεί σε λάθος συμπεράσματα. Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η ασφάλεια των δεδομένων. Τι έγγραφα ανεβάζουν σε αυτά τα εργαλεία τα πολιτικά γραφεία; Σκέφτονται ότι αν ανεβάσουν απόρρητα ή ευαίσθητα έγγραφα και δεδομένα, αυτά γίνονται αυτομάτως μέρος της συλλογικής γνώσης του εργαλείου; Υπάρχουν τρόποι για να προστατευθεί κάποιος από αυτό, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι η πλειονότητα τους γνωρίζει».
Φαίνεται πως η κοινωνία δείχνει ανοχή στη χρήση των εφαρμογών της τεχνητής νοημοσύνης στην πολιτική, αλλά με όρια. Προφανώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται πως οι εκπρόσωποί τους χρησιμοποιούν τα νέα εργαλεία, ώστε να βοηθήσουν τους βουλευτές να τεκμηριώσουν αποτελεσματικότερα πολιτικές αποφάσεις. Αν όμως αισθανθούν ότι η τεχνητή νοημοσύνη αντικαθιστά την ανθρώπινη κρίση, η υποστήριξη εξατμίζεται. «Δεν νομίζω ότι βρισκόμαστε σε αυτό το στάδιο», απαντά ο Τούγκενχαντ.
Πολλαπλασιαστής
«Για ένα ικανό πολιτικό γραφείο, η τεχνητή νοημοσύνη είναι πολλαπλασιαστής ισχύος», τονίζει ο κ. Παπαχατζής. «Βοηθά να κατανοήσουν τα χαώδη δεδομένα και να λύσουν προβλήματα που ο ανθρώπινος νους δυσκολεύεται. Από τη βελτιστοποίηση των δρομολογίων στα μέσα μεταφοράς και την πρόβλεψη πυρκαγιών μέχρι θέματα παραγωγικότητας της δημόσιας διοίκησης. Αυτό που χρειάζεται άμεσα είναι εκπαίδευση στην ορθή χρήση της. Οχι τεχνική εκπαίδευση. Πολιτική εκπαίδευση. Γιατί στο τέλος της ημέρας όλα αυτά τα εργαλεία δεν πρόκειται να κάνουν έναν τεμπέλη ή ανεπαρκή πολιτικό ικανότερο. Απλώς πιο επικίνδυνο».

