Το κύριο χαρακτηριστικό των τεσσάρων αναθεωρήσεων του Συντάγματος που προηγήθηκαν είναι ότι δεν επιχείρησαν να βάλουν βαθιά το «μαχαίρι στο κόκαλο» σε μια μεγάλη ατζέντα κρίσιμων θεμάτων. Εμπειροι κοινοβουλευτικοί με την πάροδο των χρόνων τις χαρακτήρισαν άτολμες ή και αμήχανες, χωρίς να επιφέρουν ριζικές μεταβολές στο συνταγματικό κείμενο. Ενδεικτικό είναι ότι τα τελευταία 20 χρόνια έχει ανοίξει η συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 86 που καθορίζει την ποινική ευθύνη των υπουργών, χωρίς καμιά κυβέρνηση να έχει προχωρήσει στην άρση της περιορισμένης συμμετοχής των δικαστικών λειτουργών, με τη διάταξη να επανεξετάζεται και πάλι στην επερχόμενη νέα αναθεώρηση.
Στάσιμη είχε μείνει και η συζήτηση για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Με το θέμα να έχει αναβαθμιστεί σε μια ταυτοτική σύγκρουση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, χρειάστηκε να ψηφιστεί νόμος (Μάρτιος 2024) για την ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων. Αλλη χαρακτηριστική περίπτωση έλλειψης αποφασιστικότητας του πολιτικού προσωπικού είναι ότι πέρασαν 44 χρόνια για να αποσυνδεθεί –στην προηγούμενη αναθεώρηση– η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και την προσφυγή σε πρόωρες κάλπες. Το άρθρο 32 αποτέλεσε αρκετές φορές «όπλο» στα χέρια της εκάστοτε αξιωματικής αντιπολίτευσης.
1986. Οι πρώτες αλλαγές στο Σύνταγμα του 1975 πραγματοποιήθηκαν έντεκα χρόνια μετά επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου. Στο επίκεντρο βρέθηκε ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, με τον θεσμό του πρώτου πολιτειακού παράγοντα να αποκτά περισσότερο εθιμοτυπικό και ρυθμιστικό ρόλο. Καταργήθηκαν εξουσίες, όπως η πρόωρη διάλυση της Βουλής σε περίπτωση προφανούς δυσαρμονίας της σύνθεσής της με το λαϊκό αίσθημα και η δυνατότητά του να απευθύνει διάγγελμα στον λαό. Από το 1986 και μετά δεν μπορούσε ο πρώτος πολίτης της χώρας να προκηρύξει δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα και να συγκαλέσει σε έκτακτες περιστάσεις το υπουργικό συμβούλιο.
2001. Η αναθεώρηση του 2001 ήταν η μεγαλύτερη που έχει γίνει έως σήμερα, με συνολικά 79 άρθρα του Συντάγματος να τροποποιούνται. Χαρακτηρίστηκε συναινετική, με ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. να βρίσκουν κοινό τόπο, ενώ από τη συζήτηση απείχαν το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός. Κατοχυρώθηκαν νέα συνταγματικά δικαιώματα, όπως η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα στην πληροφόρηση και στη συμμετοχή στην κοινωνία της πληροφορίας. Αναγνωρίστηκαν πέντε Ανεξάρτητες Αρχές και θεσπίστηκαν νέες διατάξεις για τη διαφάνεια στη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης. Πέρασε στο Σύνταγμα ότι εάν ένας εκλογικός νόμος δεν λαμβάνει τα 2/3 της πλειοψηφίας της Βουλής τότε η ισχύς του θα αρχίζει από τις μεθεπόμενες εκλογές έτσι ώστε να μη μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο των εκάστοτε κυβερνήσεων.
2008. Αν και ξεκίνησε φιλόδοξα, η αναθεώρηση του 2008 δεν ξέφυγε από την πεπατημένη και κατέληξε να είναι τελικά πολύ περιορισμένης έκτασης. Το ΠΑΣΟΚ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, παρά την αρχική του στάση δεν συμμετείχε στη δεύτερη φάση της διαδικασίας. Η αναθεωρητική Βουλή οδηγήθηκε στην τροποποίηση τριών συνταγματικών διατάξεων, με κυριότερη την κατάργηση του απόλυτου επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών που είχε θεσπιστεί το 2001.
2019. Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η αποσύνδεση της διάλυσης της Βουλής σε περίπτωση μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας στην τρίτη ψηφοφορία. Πέρασε ρύθμιση για διευκόλυνση σύστασης εξεταστικών επιτροπών από την αντιπολίτευση (πλειοψηφία 120 βουλευτών), ενώ μειώθηκε η απαιτούμενη πλειοψηφία για την ανάδειξη των μελών των ανεξάρτητων διοικητικών Αρχών από τα τέσσερα στα τρία πέμπτα της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Ούτε σε αυτή την αναθεώρηση άλλαξε το άρθρο 86 και περιορίστηκε μόνο στην κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας των αδικημάτων.

