Η απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην αλλάξει, παρά τις εσωτερικές πιέσεις, τον εκλογικό νόμο πρέπει να θεωρείται ειλημμένη. Ο πρωθυπουργός, παρακούοντας τις συνεχείς εισηγήσεις συνεργατών του να πειράξει τον εκλογικό νόμο, είτε συνολικά ως δομή είτε σε επιμέρους ζητήματα, όπως το όριο εισόδου στη Βουλή, δεν θα προχωρήσει σε καμία αλλαγή, κάτι που θα κάνει τον τρέχοντα εκλογικό νόμο από τους μακροβιότερους στην Ιστορία.
Το ερώτημα είναι γιατί ο κ. Μητσοτάκης παρά τις εισηγήσεις είναι αρνητικός σε οποιαδήποτε αλλαγή. Στην πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ ανέφερε πως θεωρεί πολύ σημαντικό να μην αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού, κάτι που όπως τόνισε «με έναν τρόπο παραβιάζει τη λαϊκή εντολή». Συνεπώς η πρώτη αιτία που δεν αλλάζει τον εκλογικό νόμο είναι πως εμφανίζεται με αυτόν τον τρόπο ως «υπεύθυνος ηγέτης». Με τη Ν.Δ. να έχει υποχωρήσει σαφώς σε σχέση με τις εκλογές του 2023, μια αλλαγή θα εξέπεμπε το μήνυμα πως το κυβερνών κόμμα πάει με μηχανορραφίες να κερδίσει αυτό που χάνει στην πραγματική κοινωνία. Και αυτό ο πρωθυπουργός θεωρεί πως θα έστελνε εντελώς λάθος μήνυμα, που μπορεί να είχε από μόνο του πολιτικό κόστος.
Ενας άλλος λόγος είναι πως με αυτή την τακτική ενισχύεται το αφήγημα της αυτοδυναμίας. Με τον υπάρχοντα εκλογικό νόμο απαιτείται υψηλότερο ποσοστό για αυτοδυναμία, άρα ενισχύεται το αφήγημα Μητσοτάκη ότι θέλει μια καθαρή εντολή για να κυβερνήσει, καθώς αυτό είναι το συμφέρον για τη χώρα. Η φράση του πως δεν πιστεύει στις κυβερνήσεις συνεργασίας είναι χαρακτηριστική της στοχοθεσίας. Στην τελευταία συνέντευξή του ο πρωθυπουργός το περιέγραψε: «Πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις, θεωρούμε ότι υπηρετούν αυτή τη στιγμή το συμφέρον του τόπου, ειδικά σε μια περίοδο μεγάλης αστάθειας. Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις μπορούν να προκύψουν με αυτόν τον εκλογικό νόμο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: το πρώτο κόμμα να είναι πάνω από ένα ορισμένο ποσοστό. Γνωστές οι προϋποθέσεις και οι αριθμητικοί στόχοι για να μπορούμε να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα».
Ο τρίτος λόγος είναι ότι έτσι ο κ. Μητσοτάκης πιέζει ακόμη περισσότερο την αντιπολίτευση. Εμφανιζόμενος ο ίδιος «θεσμικά συνεπής» εκπέμπει αυτοπεποίθηση πως ο υψηλός στόχος της αυτοδυναμίας είναι εφικτός, την ώρα που η αντιπολίτευση δεν αποτελεί εναλλακτική λύση. «Γιατί να αλλάξουμε τους κανόνες όταν λέμε ότι η αντιπολίτευση δεν μπορεί;», αναφέρει κυβερνητική πηγή, τονίζοντας πως η κυβέρνηση δεν έχει λόγο να δείξει φόβο.
Η Ιστορία
Ανεξαρτήτως ορισμένων μεμονωμένων περιπτώσεων κατά τις οποίες ηγεσίες κάποιων κομμάτων διεκδικούσαν την εξουσία και υπεραμύνονταν των κυβερνητικών συνεργασιών προωθώντας παραλλαγές της απλής αναλογικής, οι εννέα διαφορετικοί εκλογικοί νόμοι που θεσμοθετήθηκαν τα περασμένα χρόνια είχαν ένα σκοπό: οι εμπνευστές τους εφόσον αισθάνονταν ισχυροί, ενίσχυαν τις προϋποθέσεις δημιουργίας αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκαν ουσιαστικά δύο «ομάδες» εκλογικών νόμων.
Στην πρώτη συναντάει κάποιος την ομάδα της λεγόμενης «ενισχυμένης αναλογικής», όπου ο νόμος και το εξ αυτού εκλογικό σύστημα πριμοδοτούσαν σημαντικά το πρώτο σε δύναμη κόμμα, προσφέροντάς του την άνεση του σχηματισμού μονοκομματικής και αυτοδύναμης κυβέρνησης.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο πρώτος εκλογικός νόμος της Μεταπολίτευσης το 1974, δεδομένου ότι στην πληγωμένη από το δικτατορικό καθεστώς Ελλάδα θεωρήθηκε απολύτως αναγκαίο να προκύψει σταθερή κυβέρνηση. Μια χαρακτηρισθείσα ως κάπως αναλογικότερη εκδοχή του διαμορφώθηκε λίγα χρόνια αργότερα (1977), ενώ σε περίπου ίδιο πλαίσιο έγινε και ο επόμενος νόμος, το 1985. Ακολούθησαν με πυξίδα την ενισχυμένη αναλογική ο νόμος του 1990, οι αμέσως δύο επόμενοι (2004 και 2008), καθώς και ο τελευταίος που ψηφίστηκε από τη σημερινή κυβέρνηση το 2020.
Από την άλλη έχουμε τη σε σημαντικό βαθμό αλλαγή προσανατολισμού προς το αναλογικότερο, χωρίς πάντως να ισχύσει ποτέ η «απλή και ανόθευτη αναλογική» που ήταν πάγιο αίτημα του ΚΚΕ και των όποιων μικρών κομματικών δυνάμεων φιλοδοξούσαν να κερδίσουν ψήφους και μπαίνοντας στη Βουλή να διεκδικήσουν πιθανότητες συμμετοχής τους σε συμμαχικά κυβερνητικά σχήματα. Ασφαλώς ως τα σημαντικότερα παραδείγματα αυτής της εκδοχής εμφανίζονται ο εκλογικός νόμος του 1989 από την τότε καταρρέουσα εν μέσω σκανδαλολογίας κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου και πιο πρόσφατα αυτός που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα. Σε σχεδόν όλες τις περιπτώσεις, πρωθυπουργοί και κυβερνήσεις που προέβαιναν στις όποιες αλλαγές κατηγορήθηκαν ότι το έπρατταν για να εξυπηρετήσουν συγκυριακά κομματικά οφέλη έναντι των αντιπάλων τους, τροφοδοτώντας έτι περαιτέρω το κλίμα δυσπιστίας και απαξίωσης για το πολιτικό σύστημα στους κόλπους της κοινωνίας.
Σε αυτό το πλαίσιο ερμηνεύεται με θετικό πρόσημο η προσέγγιση του σημερινού πρωθυπουργού να «σπάσει» ένα καλούπι αρνητικής συνήθειας της Μεταπολίτευσης, όπου βλέπαμε αλλαγές που εξυπηρετούσαν συγκυριακές σκοπιμότητες. Ετσι ο ισχύων νόμος, που ήδη συμπληρώνει 6ετή διάρκεια ζωής, θα αποδειχθεί και ο μακροβιότερος: έως τώρα τα «πρωτεία» είχαν μόνον οι νόμοι του 1977 και του 2008, καθώς διήρκεσαν από μία οκταετία έκαστος. Στον αντίποδα, ο πιο σύντομος ήταν εκείνος του 1989, που «κράτησε» μόλις ένα έτος, καθώς εφαρμοζόμενος οδήγησε σε συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, μια και καθιστούσε αδύνατο τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης σε μια χώρα που εκτός των άλλων στερείται κουλτούρας συνεργασιών.
Αξιοσημείωτο, τέλος, είναι ένα άλλο ποιοτικό στοιχείο σε αυτή την εξέλιξη των τροποποιήσεων της εκλογικής νομοθεσίας: από τον νόμο του 1974 που έδινε το δικαίωμα στους πολίτες να ψηφίζουν αφού θα είχαν συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας τους, περάσαμε στον νόμο του 1977 με πρόβλεψη για ψήφο στους 20άρηδες, μετέπειτα στην ψήφο «από 18 ετών» το 1985, και τελευταία με απόδοση δικαιώματος του εκλέγειν στους νέους πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους.

