Η αλλαγή του σχετικού με τη «Δίωξη κατά μελών της κυβέρνησης» άρθρου 86 του Συντάγματος, που αποτελεί ένα από τα θεσμικά αιτήματα της κοινωνίας όπως καταδεικνύουν όλες οι σχετικές δημοσκοπικές μετρήσεις, ειδικά μάλιστα μετά και το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, συμπεριλαμβάνεται στην ατζέντα των προς αναθεώρηση διατάξεων στις οποίες αναφέρθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εκκινώντας ουσιαστικά και τυπικά τη σχετική διαδικασία.
Είναι πιθανή η αντικατάσταση της Προανακριτικής από ένα μεικτό σώμα ανώτατων δικαστών και βουλευτών.
Αποτελεί, δε, σε ένα ειδικότερο επίπεδο και ένα είδος προσωπικού πολιτικού «στοιχήματος» για τον σημερινό πρωθυπουργό, δεδομένου ότι όπως και ο ίδιος υπενθύμισε στην πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, αλλά και στο προ ολίγων ημερών διάγγελμά του, έχει αγωνιστεί και υπερασπίζεται «εδώ και 20 χρόνια, από το 2006», αυτή την αλλαγή. «Είναι γνωστό ότι πιστεύω βαθιά στην αποφασιστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών σε υποθέσεις τυχόν ποινικής ευθύνης υπουργών ενώ αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Η επιδίωξη
Κεντρική κατεύθυνση της επιδιωκόμενης αλλαγής, για την οποία με διαφορετικές προσεγγίσεις και προτάσεις κατά καιρούς τάσσονται υπέρ όλα τα κόμματα, είναι να μην αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της εκάστοτε κυβερνώσας πλειοψηφίας η άσκηση ή μη δίωξης κατά προσώπων που είτε ως επικεφαλής είτε ως μέλη συμμετέχουν στις κυβερνήσεις για αδικήματα τα οποία κατηγορούνται πως έχουν διαπράξει κατά την τέλεση των καθηκόντων τους.
Το κρίσιμο που πρέπει να συμφωνηθεί είναι αν και σε ποιο βαθμό θα πρέπει να υπάρχει εμπλοκή πολιτικών στη διαδικασία λήψης απόφασης για την άσκηση δίωξης και την παραπομπή κυβερνητικών στελεχών στο Ειδικό Δικαστήριο ή αν το έργο αυτό θα πρέπει να αφεθεί αμιγώς στον λεγόμενο «φυσικό δικαστή», δηλαδή στους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, όπως συμβαίνει με τις περιπτώσεις όλων των πολιτών.
Τι λέει η ισχύουσα διάταξη. Το άρθρο 86 ορίζει ρητά: Πρώτον, ότι «μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί». Δεύτερον, ότι «δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση (κατά των προαναφερόμενων στελεχών) δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής». Τρίτον, ότι «η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη».
Οπως έχει ήδη αναδείξει η «Κ», οι εκ μέρους της κυβερνώσας πλειοψηφίας προς υποβολή επιλογές είναι τρεις: α. Αντικατάσταση της Προανακριτικής από ένα μεικτό σώμα ανώτατων δικαστών και βουλευτών, στο οποίο όμως την πλειοψηφία θα έχουν οι εκπρόσωποι της Δικαιοσύνης. β. Να είναι υποχρεωτική η ανάθεση από τη Βουλή στο Δικαστικό Συμβούλιο του ελέγχου των στοιχείων των κατηγοριών εις βάρος υπουργών προκειμένου να αξιολογήσει την ουσιαστική βασιμότητά τους, πριν επιληφθεί η προανακριτική επιτροπή. γ. Να παραπέμπονται oι δικογραφίες για υπουργούς, χωρίς τη «διαμεσολάβηση» της Προανακριτικής, απευθείας στο Δικαστικό Συμβούλιο, που θα κρίνει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να επιληφθεί το Ειδικό Δικαστήριο.
Η προηγούμενη απόπειρα
Στη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης του 2019 το θέμα είχε τεθεί εκ νέου, αλλά η μόνη αλλαγή επήλθε ως προς την «εμπλοκή» του Δικαστικού Συμβουλίου, με την πρόταση τότε του ΚΚΕ για πλήρη κατάργηση του άρθρου ή τουλάχιστον «το να μην εξαρτάται αυτή η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία» να απορρίπτεται.
Ιστορικά, πάντως, όπως ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει επισημάνει σε αρθρογραφία του, το επίμαχο άρθρο του καταστατικού χάρτη έχει διάρκεια ζωής ούτε λίγο ούτε πολύ 182 χρόνων: «Είναι μια συνταγματική διάταξη που βρίσκεται μονίμως στα ελληνικά Συντάγματα από το 1844 έως σήμερα, σε πρώιμη δε μορφή από το 1822 έως σήμερα».
Η εφαρμογή
Η συγκεκριμένη συνταγματική πρόβλεψη και εκτελεστικοί αυτής νόμοι, πάντως, δεν έμειναν «στα χαρτιά». Στη Μεταπολίτευση καταγράφηκαν περιπτώσεις παραπομπής ακόμη και πρωθυπουργών στο Ειδικό Δικαστήριο. Χαρακτηριστικότερη όλων την περίοδο της Μεταπολίτευσης –αν και καταγράφονται και προδικτατορικά υποθέσεις– είναι εκείνη του 1989, με την παραπομπή του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, καθώς και των υπουργών Μένιου Κουτσόγιωργα, Δημήτρη Τσοβόλα, Παναγιώτη Ρουμελιώτη και Γιώργου Πέτσου για την υπόθεση Κοσκωτά. Την ίδια εποχή υπήρξε και η παραπομπή του τότε υπουργού του ΠΑΣΟΚ Νίκου Αθανασόπουλου για το «σκάνδαλο του καλαμποκιού». Αργότερα ήταν η σειρά του Ακη Τσοχατζόπουλου για τα γερμανικά υποβρύχια.
Το 2012 για την υπόθεση της λεγόμενης «λίστας Λαγκάρντ» παραπέμφθηκε ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Πέντε χρόνια αργότερα, για υπόθεση υποβρυχίων ο Γιάννος Παπαντωνίου.
Τον Ιούλιο του 2021 ήρθε η σειρά των πρώην υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ Νίκου Παππά για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος στην υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών και Δημήτρη Παπαγγελόπουλου με αφορμή καταγγελίες εις βάρος του για πιέσεις που άσκησε με στόχο την ενοχοποίηση πολιτικών στην υπόθεση της Novartis.
Ιστορικά, μεταξύ άλλων αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση αναστολής, μετά από παρέμβαση του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, της δίωξης που είχε ασκηθεί το 1993 στον πρώην πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για υπόθεση τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.

