Την απόφαση της Αθήνας να μην αφήσει να χαθεί από τη διεθνή ατζέντα το ζήτημα της προστασίας των χριστιανικών πληθυσμών της Μέσης Ανατολής αντικατοπτρίζει η άμεση και έντονη αντίδραση του υπουργείου Εξωτερικών στο ξέσπασμα βίας κατά κατοίκων και των περιουσιών τους στην πόλη Σουκαϊλαμπίγια (η ελληνιστική Σελεύκεια η προς Βήλω) στην κεντρική Συρία (επαρχία Χάμα), που αποτελεί κατά κύριο λόγο μια ελληνορθόδοξη πόλη, το περασμένο Σάββατο. Η αιχμή της κινητοποίησης είναι η κατάσταση στη Συρία, ωστόσο ταυτόχρονα η ελληνική διπλωματία έχει ενεργοποιηθεί προκειμένου να ευαισθητοποιήσει και για την κατάσταση στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή, κυρίως τον Λίβανο και το Ιράκ, ενώ κρατάει ψηλά και το ζήτημα της ανεμπόδιστης πρόσβασης των ελληνορθόδοξων και των εκπροσώπων των λοιπών χριστιανικών δογμάτων στον Πανάγιο Τάφο στην Ιερουσαλήμ.
Συγκεκριμένα, τόσο ευθέως όσο και μέσα από πολλούς διπλωματικούς διαύλους, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται εκείνοι που συνδέουν την προσωρινή κυβέρνηση της Δαμασκού με τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, η Αθήνα έχει διαμηνύσει προς τη Συρία ότι μέρος της ειρηνικής μετάβασης από το καθεστώς της οικογένειας Ασαντ προς τη νέα εποχή είναι και η διαφύλαξη των δικαιωμάτων των χριστιανών της Συρίας, οι οποίοι δεν αποτελούν εθνική μειονότητα, αλλά είναι γηγενείς κάτοικοι αυτού του ταλαιπωρημένου κράτους.

Παρέμβαση
Τα γεγονότα της Σουκαϊλαμπίγια, δηλαδή ο εκφοβισμός των κατοίκων με καταστροφές περιουσιών και απειλές για τη ζωή τους με αφορμή φιλονικία ανάμεσα σε έναν χριστιανό κάτοικο και έναν μουσουλμάνο σουνίτη από γειτονική πόλη, έλαβαν μεγαλύτερη δημοσιότητα καθώς καλύφθηκαν από μεγάλα διεθνή πρακτορεία, δίνοντας και στην Αθήνα τη δυνατότητα να παρέμβει ανοιχτά. Στη Συρία, όπου άλλοτε ο πληθυσμός των χριστιανών ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο και σήμερα περιορίζεται στις 200.000 (με βάση τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις), φαίνεται ότι αψιμαχίες ή φιλονικίες σε προσωπικό επίπεδο είναι δυνατόν να εξελιχθούν σε αφορμές για εκτεταμένη βία από οργανωμένες πολιτοφυλακές που δεν βρίσκονται ακριβώς υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης του Αχμεντ Αλ Σάρα. Στη Συρία, βεβαίως, οι σουνιτικές πολιτοφυλακές δεν έχουν κινηθεί μόνο εναντίον χριστιανών, αλλά και εναντίον Δρούζων και Αλαουιτών, που αποτελούν στα μάτια των αναβαπτισμένων τζιχαντιστών θρησκευτικούς εχθρούς και άλλοτε «ραχοκοκαλιά» του μπααθικού καθεστώτος των Ασαντ.
Το υπουργείο Εξωτερικών, πέρα από τα αυστηρά μηνύματα προς τη Δαμασκό, παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις στο Ιράκ και στον Λίβανο, εν μέσω της πολεμικής ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή.
Είναι απολύτως προφανές σε διπλωματικούς κύκλους των Αθηνών, ότι η τρέχουσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή επιδεινώνει τη γενικότερη εικόνα ασφάλειας στην περιοχή, αν και κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της. Η ραγδαία μείωση του αριθμού των χριστιανών σε αυτές τις χώρες οφείλεται, βεβαίως, στην κατάσταση χάους στην οποία βρέθηκαν, ενώ ειδικά στην περίπτωση της Συρίας ήδη από την αρχή της κρίσης στη χώρα (2011), δεκάδες χιλιάδες χριστιανοί, κατά κανόνα η αστική «ραχοκοκαλιά» της χώρας, μετανάστευσαν για τη Βόρεια Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη, πολύ πριν δηλαδή από τις προσφυγικές ροές του 2015.
Η κατάσταση στη Συρία και στο Ιράκ είναι μέρος του προβλήματος. Στην Αθήνα επικρατεί πολύ μεγάλη ανησυχία για την κατάσταση στον Λίβανο, από όπου –επίσης– τα τελευταία χρόνια έχουν φύγει χιλιάδες χριστιανοί. Φυσικά, η αποκεντρωμένη μορφή του κράτους του Λιβάνου καθιστά κάθε δυνατότητα παρέμβασης εξαιρετικά αμφίβολη. Ο νυν πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, με τον οποίο η Αθήνα διατηρεί άριστες σχέσεις και έχει υποστηρίξει πολιτικά αλλά και με κάποια στρατιωτική βοήθεια είναι Μαρωνίτης χριστιανός, ανήκει δηλαδή σε μία από τις πολλές εθνοτικές και θρησκευτικές κοινότητες που συγκροτούν αυτό το κράτος. Ωστόσο, η κεντρική κυβέρνηση του Λιβάνου δεν έχει παρά ονομαστική και μόνο επιρροή στο σύνολο της χώρας, όπου οι τοπικές κοινότητες κινούνται και δρουν αυτοβούλως. Για παράδειγμα, αρκετές από τις χριστιανικές κοινότητες επιχειρούν να είναι όσο πιο μακριά και ουδέτερες στις συγκρούσεις ανάμεσα στη Χεζμπολάχ και τις Ισραηλινές Δυνάμεις Αμυνας (IDF).
Η μαρτυρία
Την κατάσταση των χριστιανών του Λιβάνου αποδίδει γλαφυρά και η μαρτυρία του πατρός Ιουστίνου στην «Κ». Η προχθεσινή, όπως λέει, ήταν η πρώτη Κυριακή που είδε τόσο λίγο κόσμο στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου στη Βηρυτό. «Οι επιδρομές συνεχίζονται στη Βηρυτό και η ατμόσφαιρα που επικρατεί δεν βοηθάει ώστε να προσέλθουν οι πιστοί στην εκκλησία», αναφέρει ο πατέρας Ιουστίνος. Οπως σχολίασε, επικρατεί ανησυχία για το τι θα γίνει την Κυριακή του Πάσχα και αν τελικά θα φτάσει μέχρι τον ιερό ναό της λιβανέζικης πρωτεύουσας το Αγιο Φως. Σε κάθε περίπτωση, η λειτουργία την Κυριακή του Πάσχα θα πραγματοποιηθεί κανονικά, ξεκαθάρισε ο ιερέας. Οπως περιγράφει, πολλοί χριστιανοί εγκαταλείπουν τον Λίβανο βλέποντας πως ο πόλεμος συνεχίζεται και οι χριστιανικοί πληθυσμοί βρίσκονται εν μέσω πυρών. «Ενας πιστός μου ανακοίνωσε πως αύριο θα φύγει στην Αθήνα όπου ζει η κόρη του. Μια άλλη γυναίκα θα αναχωρήσει για Γαλλία». Στη διάρκεια του πολέμου, χριστιανικοί ναοί έχουν γίνει στόχοι επιθέσεων, κυρίως στον Νότο της χώρας. «Η μία πλευρά θα επιτεθεί στην άλλη χωρίς να λογαριάζει αν εν τω μεταξύ θα χτυπηθεί κάποιος χώρος θρησκευτικής λατρείας», τόνισε.

Τον φόβο πως οι χριστιανοί που θα φύγουν τώρα θα εγκαταλείψουν διά παντός τη χώρα, εξέφρασε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τύρου και Σιδώνος Ηλίας Κφούρι από τη Σιδώνα. «Τα χωριά στον Νότο έχουν αδειάσει από κόσμο. Η κατάσταση στην Τύρο είναι πολύ κακή. Οι άνθρωποι φοβούνται», τόνισε, λέγοντας πως οι απλοί πολίτες νιώθουν πως κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλειά τους. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να προσευχόμαστε. Οχι μόνο για τους χριστιανούς. Για όλους! Προσευχόμαστε για ειρήνη».
Με κυβερνητικό αεροσκάφος στην Αθήνα το Αγιο Φως
Η εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν και η κατάσταση ασφαλείας στην Ιερουσαλήμ, η οποία αποτελεί στόχο με βαλλιστικούς πυραύλους και drones, θα αποτελέσουν τον τελικό κριτή για τον τρόπο με τον οποίο θα διεξαχθεί η μεταφορά του Αγίου Φωτός από τον Πανάγιο Τάφο προς την Ελλάδα. Μέχρι αυτή τη στιγμή ο βασικός σχεδιασμός προβλέπει τη μετάβαση στα Ιεροσόλυμα του υφυπουργού Εξωτερικών Γιάννη Λοβέρδου με μικρότερη συνοδεία από τη συνήθη και την ταχύτατη επιστροφή στην Αθήνα με κάποιο από τα δύο κυβερνητικά αεροσκάφη. Πρόκειται, προφανώς, για μια ιδιαίτερα περίπλοκη επιχείρηση υπό τις παρούσες συνθήκες, απολύτως εξαρτώμενη από τη δυνατότητα πτήσης και προσγείωσης στο αεροδρόμιο «Μπεν Γκουριόν» και από εκεί στην Ιερουσαλήμ. Για την Ελλάδα παραμένει σημαντική η τήρηση της εθιμικής τάξης, δηλαδή της πρόσβασης στον Ναό πρώτα του Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ. Θεοφίλου Γ΄.
Ανεξαρτήτως, πάντως, των συνθηκών που θα επικρατούν κατά το ελληνορθόδοξο Πάσχα, και φέτος, ενόψει του καθολικού Πάσχα (5 Απριλίου), καταγράφηκαν κάποιες ισραηλινές παρεμβάσεις που δυσχέραναν την πρόσβαση στον Ναό του Παναγίου Τάφου. Μόλις προχθές απαγορεύθηκε από την ισραηλινή αστυνομία στον Λατίνο Πατριάρχη Ιεροσολύμων να εισέλθει στον Ιερό Ναό του Παναγίου Τάφου για τη Λειτουργία της Καθολικής Κυριακής των Βαΐων. Τελικά παρενέβη ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος βεβαίως απέδωσε τη στάση της ισραηλινής αστυνομίας στην εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση που επικρατεί στην πόλη λόγω των ιρανικών χτυπημάτων. Είχε προηγηθεί και μια –πολύ προσεκτικά διατυπωμένη– ανακοίνωση από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών σχετικά με την ανάγκη το καθεστώς του Παναγίου Τάφου «να είναι σεβαστό από όλους καλή τη πίστει». Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών, «η Ελλάδα εκφράζει την αλληλεγγύη και την απαρασάλευτη στήριξή της στις χριστιανικές Εκκλησίες στην Ιερουσαλήμ και τονίζει τη σημασία του σεβασμού του καθεστώτος του Παναγίου Τάφου υπό όλες τις περιστάσεις».
Η ελληνική, ισορροπημένη, αντίδραση οφείλεται βεβαίως και σε όλα όσα έχουν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια. Υπενθυμίζεται ότι το Πάσχα του 2024 ο αρχηγός της αστυνομίας της Ιερουσαλήμ είχε μπει στον χώρο του Παναγίου Τάφου αιφνιδιαστικά συνοδεύοντας τον πρέσβη της Γεωργίας, που ήθελε να τοποθετήσει στον ίδιο εξώστη με τον τότε υφυπουργό Εξωτερικών Γιώργο Κώτσηρα. Η εθιμοτυπία και η εθιμοταξία στην τελετή του Αγίου Φωτός έχουν καθιερωθεί εδώ και αιώνες και η παρέμβαση της ισραηλινής αστυνομίας είχε γίνει τότε αντιληπτή ως μια προσπάθεια κρατικοποίησης μιας τελετής θρησκευτικής. Μάλιστα, τότε, είχε συλληφθεί και Ελληνας αστυνομικός. Πέρυσι είχαν, επίσης, σημειωθεί επεισόδια στην Ιερουσαλήμ, με αφορμή την πρόσβαση στον Ναό. Σημειώνεται ότι στην ευρύτερη περιοχή της Ιερουσαλήμ και της Δυτικής Οχθης υπολογίζεται ότι ζουν περίπου 40.000 χριστιανοί ορθόδοξοι.

