Ενα δύσκολα προσπελάσιμο πλέγμα προκλήσεων και για την Ελλάδα δημιουργεί η αίσθηση αναρχίας που επικρατεί στο διεθνές πεδίο, με επίκεντρο αυτή τη στιγμή το Ιράν και τον Περσικό Κόλπο, αλλά και τον τρόπο που εμμέσως οι επιπτώσεις της κρίσης διαχέονται και σε άλλα ενεργά μέτωπα, όπως ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας. Πιθανή χερσαία επιχείρηση, έστω σε περιορισμένο γεωγραφικό χώρο, θα οδηγήσει σε πλήρη απώλεια ελέγχου της σύγκρουσης, κάτι που μελετάται στην Αθήνα ξεχωριστά.
Μάλιστα, τις προηγούμενες ημέρες έγιναν επανειλημμένες συσκέψεις υπηρεσιών από διάφορα υπουργεία (Εξωτερικών, Εθνικής Αμυνας, Προστασίας του Πολίτη) προκειμένου να αξιολογηθούν τα δεδομένα. Για την Ελλάδα υπάρχουν κατ’ αρχάς κίνδυνοι που αγγίζουν τον πυρήνα της οικονομικής δραστηριότητας, δηλαδή τον τουρισμό. Ως προς το εσωτερικό, ο κίνδυνος της τρομοκρατίας παραμένει υπαρκτός, παρά το γεγονός ότι κατά κανόνα εκτιμάται πως οι απειλές αυτές θα οξυνθούν όταν διακοπούν οι επιχειρήσεις στο πολεμικό μέτωπο.
Ασκήσεις ισορροπίας – Το Ισραήλ, εταίρος και σύμμαχος για την Ελλάδα, ξαναμπαίνει στο στόχαστρο της κριτικής, ενώ ταυτόχρονα το ρήγμα μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ φαίνεται να μεγαλώνει.
Για την Αθήνα η κατάσταση στο διπλωματικό πεδίο γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, καθώς το Ισραήλ, προτιμώμενος εταίρος και σύμμαχος για την Ελλάδα σε πολλά πεδία, ξαναμπαίνει διεθνώς στο στόχαστρο της κριτικής. Αν και στον Μακροπρόθεσμο Προγραμματισμό Αμυντικών Εξοπλισμών (ΜΠΑΕ) η «Ασπίδα του Αχιλλέα» υπολογιζόταν ότι θα προχωρήσει εντός του πρώτου εξαμήνου του τρέχοντος έτους, είναι σαφές ότι η ταχύτατη ενημέρωση της Βουλής και σε μία εβδομάδα έγκριση από το ΚΥΣΕΑ έγινε προκειμένου να ξεκινήσει γρήγορα και η σύνταξη και υπογραφή των συμβάσεων. Υπενθυμίζεται ότι κάποια ισραηλινά προγράμματα (ειδικά τα πυραυλικά συστήματα PULS για το Πυροβολικό) είχαν μπει πέρυσι το καλοκαίρι «στον πάγο» λόγω της κατάστασης στη Γάζα και ξεμπλόκαραν μόνο μετά την υπογραφή της εκεχειρίας.
Ισραήλ και Λίβανος
Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα για τη μεσανατολική πολιτική της Ελλάδας αποτελεί βεβαίως το γεγονός ότι το Ισραήλ επιχειρεί να εκκαθαρίσει μεγάλες εκτάσεις του Λιβάνου, μιας χώρας της οποίας την ανασυγκρότηση υποστηρίζει η Αθήνα. Εξίσου σημαντική για την Ελλάδα είναι η διαφαινόμενη διεύρυνση του ρήγματος Ευρώπης – ΗΠΑ, όπως αυτό προέκυψε ανάγλυφα και από τις πρόσφατες δηλώσεις του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάρκο Ρούμπιο, λίγο πριν από τη συνάντηση του G7 στη Γαλλία.
Η Ελλάδα έως τώρα έχει κατορθώσει να ισορροπήσει, ωστόσο σύντομα η άσκηση αυτή θα γίνει ακόμα δυσκολότερη, καθώς σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες ο πόλεμος στο Ιράν αφενός είναι πολιτικά τοξικός, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των κοινωνιών είναι αντίθετη, αφετέρου δημιουργεί τεράστια οικονομική πίεση στις μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης, οι οποίες έχουν αναλάβει να υποστηρίξουν και την Ουκρανία στην προσπάθεια να αντισταθεί στις επιτιθέμενες ρωσικές δυνάμεις.
Η αναταραχή έχει επιπτώσεις και στα ελληνοτουρκικά, έστω και διαφορετικού είδους από το πρόσφατο παρελθόν. Η Αγκυρα έδειξε αρχικά κάποια αντανακλαστικά αντίδρασης στην ανάπτυξη ελληνικών δυνάμεων από τον Εβρο έως την Κύπρο, με διαβήματα (τα οποία απαντήθηκαν) τόσο διμερώς όσο και στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο στην Αθήνα είναι απολύτως σαφές ότι ο τουρκικός εκνευρισμός συνδέεται ξεκάθαρα με την απολύτως μη διαχειρίσιμη κατάσταση στα ανατολικά σύνορα της Τουρκίας.
Η γείτων λόγω του πολέμου χάνει έναν πολύτιμο πελάτη (η αγορά του Ιράν απορροφά περίπου 3 δισ. ευρώ τουρκικών εξαγωγών ετησίως), ενώ στην επικείμενη τουριστική σεζόν θα χάσει –όπως όλα δείχνουν– περίπου 3 εκατ. Ιρανούς τουρίστες που επισκέπτονταν τη χώρα κάθε καλοκαίρι για τις διακοπές τους. Αυτή η απώλεια συναλλάγματος, σε μια οικονομία με την εικόνα της τουρκικής, λειτουργεί ως περαιτέρω μοχλός πίεσης προς την κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Αγκυρα καλεί Ουάσιγκτον – Το ενδεχόμενο επιδείνωσης των συγκρούσεων με επίκεντρο το Ιράν, ανησυχεί την Αγκυρα, η οποία ζητεί άμεση έναρξη συζητήσεων για την ενίσχυσή της με ισχυρά αντιβαλλιστικά συστήματα.
Η ελληνοτουρκική διάσταση της κρίσης συνδέεται, βεβαίως, με τη στάση των ΗΠΑ που έως αυτή τη στιγμή εμφανίζονται ικανοποιημένες με το γεγονός ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν χρησιμοποιήσει ανεμπόδιστα τις υποδομές που έχουν στην Ελλάδα για τη στάθμευση και τον ανεφοδιασμό μονάδων διαφόρων τύπων πλοίων και αεροσκαφών, αλλά και την ενεργοποίηση της ομπρέλας των Patriot σε Ανατολική Μεσόγειο και Βαλκάνια. Το ζήτημα της αεράμυνας, πάντως, εκτιμάται από την Αθήνα ότι θα αποτελέσει θρυαλλίδα που, μετά τον πόλεμο, θα οδηγήσει στη δημιουργία εδάφους συζήτησης μεταξύ Αγκυρας και Ουάσιγκτον για την υπέρβαση διαφόρων προβλημάτων.
Σύμφωνα με άριστα πληροφορημένες πηγές, στην κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επικρατεί ανησυχία για τη δυνατότητα της χώρας να αμυνθεί σε περίπτωση επιδείνωσης των συγκρούσεων με επίκεντρο το Ιράν, κάτι που ουσιαστικά έχει οδηγήσει την Αγκυρα ήδη να ζητεί από την Ουάσιγκτον άμεση –ακόμα και τώρα– έναρξη συζητήσεων για την ενίσχυση με ισχυρά αντιβαλλιστικά συστήματα.
Αίτημα για Patriot
Αναμένεται ότι η Ουάσιγκτον θα εκμεταλλευθεί την περίσταση και θα ζητήσει από τους Τούρκους να εγκαταλείψουν το σύστημα των S-400 άνευ όρων, προκειμένου να κλείσουν κάποιο συμβόλαιο για αμερικανικά συστήματα, όπως είναι η τελευταία εκδοχή των Patriot. Οπως πληροφορείται η «Κ», πριν από λίγες ημέρες οι Τούρκοι ζήτησαν στο ΝΑΤΟ από τους Ολλανδούς να μεταφέρουν στην Τουρκία πυροβολαρχία Patriot που έχουν παραχωρήσει στην Ουκρανία. Το επιχείρημα των αντιπροσώπων της Αγκυρας στη Συμμαχία ήταν ότι η Ουκρανία δεν είναι χώρα του ΝΑΤΟ, ως εκ τούτου η Τουρκία προηγείται και πρέπει να αμυνθεί.

