Πριν από δέκα ημέρες, ο Ελληνας πρωθυπουργός δήλωσε ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών. Πράγματι, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πολλά πεδία συνεργασίας, τα οποία εκ των πραγμάτων έχουν αναθερμάνει τις διμερείς σχέσεις και προσφέρουν πιο διευρυμένη και ουσιαστική προοπτική. Εχει, συνεπώς, αξία να διαπιστώσουμε σε μορφή ερωταπαντήσεων το στρατηγικό βάθος αλλά και την ουσία, όπως και τις φάσεις υλοποίησης των κυριότερων από τις υφιστάμενες συμφωνίες.
Σημειωτέον πως οι συνέργειες στον ναυπηγοεπισκευαστικό κλάδο και στη ναυτιλία εν γένει θα ωριμάσουν γρηγορότερα, η απόφαση για τη συμπερίληψή μας στο σχέδιο IMEC εκκρεμεί, ενώ η περίπτωση της μετεξέλιξης της Ελευσίνας σε δεύτερο Πειραιά απέχει πολύ από το να γίνει πραγματικότητα.
Είναι ο Κάθετος ∆ιάδρομος καθοριστικός για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης;
Εφόσον ισχύσει η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης να τερματιστούν εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μετά το τέλος του 2027, θα δημιουργηθεί ειδικότερα στην περιοχή της Νοτιοανατολικής και Ανατολικής Ευρώπης ένα κενό περίπου 30+ δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων ακόμη, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί από άλλα σχέδια. Ο Κάθετος Διάδρομος θα τροφοδοτεί μέσω της ανατολικής του διακλάδωσης τουλάχιστον τέσσερις χώρες (Βουλγαρία, Ρουμανία, Μολδαβία και Ουκρανία), ίσως ακόμη και την αμφίθυμη Ουγγαρία και τη Σλοβακία, ενώ πρόσφατα στην Ουάσιγκτον υπογράφηκε κοινή δήλωση συνολικά από δεκατρία κράτη για την ενίσχυση της ασφάλειας του εφοδιασμού φυσικού αερίου στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Είναι και τα 13 κράτη μέρος του Κάθετου ∆ιαδρόμου, ο οποίος θα εκκινεί από την Ελλάδα;
Oχι. Ο στόχος είναι να υπάρξει πλήρης απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και αυτή είναι, άλλωστε, η πρόθεση την οποία εξεδήλωσαν. Είναι περίπου δεδομένο ότι θα χρησιμοποιηθούν και άλλες δίοδοι εισόδου του αμερικανικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά, επί παραδείγματι από την Κροατία και την Πολωνία, που επί του παρόντος προσφέρουν χαμηλότερες ταρίφες. Επομένως, στόχος των Aμερικανών είναι να εξασφαλίσουν τη συναίνεση όσο το δυνατόν περισσότερων κρατών για τη μεταφορά και την αγορά αμερικανικού LNG.
Eχει προκλήσεις να αντιμετωπίσει ο Κάθετος ∆ιάδρομος;
Ναι, και μάλιστα σοβαρές. Πρέπει να συμφωνήσουν οι ρυθμιστές και οι διαχειριστές των εμπλεκομένων κρατών στις ποσότητες που θα διέρχονται από κάθε χώρα, στις πιέσεις μέσω των συμπιεστών που θα πρέπει να είναι παρόμοιες και, βέβαια, σε μια ενιαία τιμολογιακή πολιτική. Επίσης, θα πρέπει να δημιουργηθεί χώρος σε υφιστάμενα δίκτυα ώστε να διοχετεύεται μέσω αυτών φυσικό αέριο προερχόμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, να «συντονιστούν» οι διάφοροι αγωγοί, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για έναν και ενιαίο, και όπου απαιτείται να αναβαθμιστούν ή να κατασκευαστούν σταθμοί συμπίεσης και δίκτυα αγωγών.
Ανάχωμα στην Τουρκία – Το σημαντικό για την ελληνική πλευρά είναι πως η Chevron δραστηριοποιείται σε μια ανοριοθέτητη περιοχή, ισχυροποιώντας τη θέση μας και αποτρέποντας εν τοις πράγμασι τον τουρκικό τυχοδιωκτισμό.
Προσώρας, η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι ιδιαίτερα ένθερμη έναντι αυτού του σχεδίου και ίσως το «πάγωμα» της έτσι κι αλλιώς αμφιλεγόμενης εμπορικής συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες να επηρεάσει τις αποφάσεις της. Από την άλλη, είναι θετικό ότι οι Αμερικανοί είναι αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν τον Κάθετο Διάδρομο ως βασική πύλη εισόδου στην Ευρώπη και πιέζουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Και κάτι ακόμη: απαιτείται εμπορική συμφωνία, ειδικότερα δε δέσμευση της Ουκρανίας και μάλιστα μακροχρόνια, για να δικαιολογηθούν οι επενδύσεις που απαιτείται να γίνουν σε όλες τις χώρες που συμμετέχουν.
Ποιοι είναι οι ανταγωνιστές του Κάθετου ∆ιαδρόμου;
Κατά κύριο λόγο ο βόρειος άξονας από την Πολωνία, μέσω του οποίου προσφέρεται αυτή τη στιγμή το φυσικό αέριο σε τιμή περίπου 30% χαμηλότερη. Ομως, δεν υπάρχει η αναγκαία χωρητικότητα σε αυτόν ώστε να τροφοδοτήσει τη νοτιοανατολική Ευρώπη. Θα ήταν πάντως κρίσιμο να κλείσει το δυνατόν περισσότερο η ψαλίδα, αφού η εξίσωσή τους δεν είναι εφικτή. Στο μέλλον, ανάλογα με τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν αποκλείεται να επιχειρήσει η Ρωσία να επιστρέψει σε ρόλο παρόχου, προσφέροντας μεγάλες ποσότητες σε δελεαστικές τιμές.
Σε μια τέτοια περίπτωση, ο ανταγωνισμός θα είναι έντονος και αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη στοχοποίηση της Τουρκίας, η οποία αυτή τη στιγμή τροφοδοτεί μέσω του Turk Stream μεγάλο μέρος της αγοράς της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Oπου απαιτείται, εξάλλου, το ρωσικό φυσικό αέριο βαφτίζεται άλλης προέλευσης, με την Ευρωπαϊκή Ενωση να μην έχει καταφέρει ακόμη να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά αυτή την κατάσταση.
Πώς επηρεάζεται η ενεργειακή συνεργασία μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες από το διαφαινόμενο «πάγωμα» της εμπορικής συμφωνίας αυτών με την Ευρωπαϊκή Ενωση;
Η Ευρώπη μοιάζει πιο απελευθερωμένη να αναζητήσει επιπλέον εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας έναντι της Ρωσίας πέραν των Ηνωμένων Πολιτειών, ωστόσο, παρατηρώντας τη δυναμική της αγοράς, η Ουάσιγκτον θα διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια στην προμήθεια της Γηραιάς Ηπείρου με φυσικό αέριο. Θα πρέπει όμως αυτό να καταστεί τιμολογιακά πιο ανταγωνιστικό, γιατί η μειωμένη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας εξαρτάται και από τις τιμές ενέργειας.
Στο σκέλος αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου που βρίσκεται στο υπέδαφός μας, η συμμετοχή της Chevron και της Exxon-Mobil δημιουργούν αισιοδοξία, όμως, στο καλό σενάριο πριν από τις αρχές του 2030 δεν θα έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα για τις δυνατότητες εξόρυξης.Λογικά, οι ανάγκες της αγοράς κυρίως για φυσικό αέριο θα διατηρηθούν για αρκετά χρόνια, οπότε οι επενδύσεις θα εξακολουθούν να έχουν νόημα. Ακόμη και η αλλαγή ηγεσίας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και η εκ νέου στροφή στις ΑΠΕ δεν θα επηρεάσουν αρνητικά αυτά τα πρότζεκτ.
Κατοχυρώνει η δραστηριοποίηση της Chevron τα κυριαρχικά μας δικαιώματα νοτίως της Kρήτης;
Ούτε τα κατοχυρώνει, ούτε τα αμφισβητεί, ούτε της παραχωρούνται, ούτε είναι σε θέση να τα εκχωρήσει. Αναγνωρίζει εμμέσως την ελληνική θέση περί οριοθέτησης ΑΟΖ με τη Λιβύη και στις περιοχές όπου δραστηριοποιείται είναι σαν να περιφρονεί την ύπαρξη του τουρκολιβυκού συμφώνου. Η σχετική πρόνοια στη συμφωνία –για την οποία έχει γίνει πολύς ντόρος– είναι μία εύλογη από νομικής άποψης προστασία τόσο της εταιρείας όσο και της ελληνικής πολιτείας από μελλοντικά γεγονότα που θα μπορούσαν να αλλάξουν την έκταση της αδειοδότησης και τα οποία θα μπορούσαν να εγείρουν απαίτηση αποζημίωσης. Το σημαντικό για την ελληνική πλευρά είναι πως η Chevron δραστηριοποιείται σε μια ανοριοθέτητη περιοχή, ισχυροποιώντας τη θέση μας και αποτρέποντας εν τοις πράγμασι τον τουρκικό τυχοδιωκτισμό.
Προκρίνει, δηλαδή, την Ελλάδα έναντι της Τουρκίας η Ουάσιγκτον στο ενεργειακό παιχνίδι;
Η θέση της Ελλάδας στους αμερικανικούς σχεδιασμούς περιγράφηκε παραπάνω: πύλη εισόδου για το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο με κατεύθυνση τον Βορρά προς χώρες που μέχρι πρότινος εξαρτιόνταν είτε σε μεγάλο βαθμό είτε απολύτως από το ρωσικό φυσικό αέριο, ενδεχόμενος ρόλος σε έναν άλλον άξονα, αυτή τη φορά προς τα Δυτικά Βαλκάνια, χωρίς όμως να είναι καθόλου βέβαιο ότι θα χρησιμοποιηθεί μόνον η ελληνική επικράτεια ως σημείο εκκίνησης και, βέβαια, οι σεισμικές έρευνες της Chevron αλλά και οι ερευνητικές γεωτρήσεις της Exxon-Mobil (που αναμένεται να ξεκινήσουν το 2027), που δείχνουν πίστη για την εξεύρεση σημαντικών ποσοτήτων υδρογονανθράκων. Το αμερικανικό ενδιαφέρον πάντως δεν περιορίζεται σε μία χώρα, αλλά εστιάζεται συνολικά στις παραγωγικές δυνατότητες της περιοχής.
Μικρό προβάδισμα – Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή έχει ένα προβάδισμα (έναντι της Τουρκίας), αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει το μονοπώλιο της σύμπραξης με τους Αμερικανούς στο ενεργειακό πεδίο.
Οι ΗΠΑ δραστηριοποιούνται ήδη σε Κύπρο και Ισραήλ, πρόκειται να επενδύσουν σε Λιβύη αλλά και Τουρκία, πιθανόν και σε Λίβανο και Συρία. Μάλιστα, στόχος της Αγκυρας είναι εταιρείες από τις ΗΠΑ και την Τουρκία να κινηθούν από κοινού στις δύο τελευταίες. Σύμφωνα με ανακοινώσεις της τουρκικής πλευράς, η συνεργασία τους με αμερικανικές εταιρείες θα είναι τόσο στον τομέα των εξορύξεων όσο και της παραγωγής αλλά και της αναβάθμισης του δικτύου αγωγών. Επομένως, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή έχει ένα προβάδισμα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει το μονοπώλιο της σύμπραξης με τους Αμερικανούς στο ενεργειακό πεδίο.
Είναι αναβαθμισμένος στο στρατιωτικό πεδίο ο ρόλος της Ελλάδας στους αμερικανικούς σχεδιασμούς;
Σαφώς. Υπάρχει μάλιστα μια τάση μετακίνησης επιχειρησιακών δυνατοτήτων, δομών και υλικού στην ελληνική επικράτεια. Το πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι διττό: ανήκει στην Ευρωπαϊκή Eνωση με την Ουάσιγκτον δεδομένα να επιθυμεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή διάσταση του ΝΑΤΟ, ενώ θεωρούμαστε και πιο ευθυγραμμισμένοι σε σχέση με άλλους συμμάχους. Στην παρούσα φάση, η Τουρκία έχει τρία προβλήματα: τους S-400 και τις κυρώσεις εις βάρος της, που προϋποθέτουν την άρση τους με απόφαση του Κογκρέσου (εξ ου και η βιασύνη Μπάρακ για να διευθετηθεί το ζήτημα έως το καλοκαίρι και πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές), την απροθυμία της να συνεργαστεί εις βάρος του Ιράν και τη σφοδρή αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ, που της αποστερεί καλύτερη πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Ουάσιγκτον. Στους αμερικανικούς σχεδιασμούς, πάντως, Ελλάδα και Τουρκία έχουν συμπληρωματικό ρόλο και διαφορετικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που τους προσδίδουν ανάλογη χρησιμότητα.
Ποιος είναι δηλαδή πιο χρήσιμος εταίρος των Αμερικανών;
Η Τουρκία έχει ισχυρό αποτύπωμα σε αρκετές περιοχές, είτε στρατιωτικό, είτε διπλωματικό, είτε μέσω διμερών συμφωνιών, είτε με μισθοφορικές ομάδες, ακόμη και αξιοποιώντας τις Τουρκικές Αερογραμμές για να δημιουργήσει διάδραση με πολλές χώρες, ενώ κάθεται σε πολλά διπλωματικά τραπέζια, προσφέροντας υπηρεσίες διαμεσολάβησης. Εξίσου, προσφέρει και στρατιωτικές δυνάμεις και μάλιστα σε μεγάλους αριθμούς για να βρίσκονται ακόμη και στην πρώτη γραμμή σε νατοϊκές αποστολές.
Από την άλλη, η Ελλάδα ήταν μέχρι πρότινος διστακτική στη συμμετοχή της σε διεθνείς αποστολές, πολλώ δε μάλλον στην ανάληψη πρωτοβουλιών. Δηλώνει, όμως, πλέον παρουσία στη Μεσόγειο και στην Ερυθρά Θάλασσα, προτίθεται να στείλει στρατιωτική δύναμη στη Γάζα (όχι πάντως στην Ουκρανία, λόγω της στοχοποίησής μας από τη Ρωσία), ενώ λειτουργούν πολλαπλασιαστικά οι συνεργασίες και συμμαχίες μας σε κάποιες περιπτώσεις με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τον Λίβανο, τη Σαουδική Αραβία και προοπτικά την Ινδία.
Η Ελλάδα είναι αποτελεσματικότερη στις συμπράξεις, που σε μεγάλο βαθμό ωφελούν τα αμερικανικά συμφέροντα, εντούτοις, πρέπει οπωσδήποτε να αναπτύξει τόσο τη δεξιότητα της διαμεσολάβησης όσο και να καταστήσει εμφατική την παρουσία της στη βαλκανική χερσόνησο, ενώ η Τουρκία συχνά επιλέγει συνέργειες με αμφιλεγόμενες ηγεσίες, που πιθανόν να μην ενοχλούν τον Τραμπ, αλλά προστίθενται στον προβληματισμό του Κογκρέσου για τις προθέσεις της Αγκυρας. Στον κόσμο του Τραμπ, εξάλλου, η χρησιμότητα προσδιορίζεται με διαφορετικούς από τους παραδοσιακούς όρους, δεν διασφαλίζει κανέναν και μπορεί να καθορίζεται σε ad hoc βάση.
*O κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

