Του Σταύρου Παπαντωνίου
Με «θετικό τρόπο» αποτιμά η Αθήνα την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Αγκυρα, θεωρώντας, όπως σημειώνουν αρμόδιες πηγές, πως «ήταν από τις πιο ουσιαστικές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια». Αυτό εδράζεται στα εξής δεδομένα:
1. Στο γεγονός πως ο πρωθυπουργός έθεσε το θέμα του casus belli. Για την ελληνική πλευρά θεωρείται ένα πολύ κρίσιμο σημείο, κομβικό της ελληνικής οπτικής. Για την κυβέρνηση, όπως είπε και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης στην ΕΡΤ, το να σταματήσουν οι απειλές και να υπάρχει ένας σταθερός διάλογος μεταξύ των δύο πλευρών αποτελεί τον μοναδικό δρόμο για ειρήνη και σταθερότητα στην περιοχή.
2. Το Μέγαρο Μαξίμου αξιολογεί θετικά το γεγονός πως φαίνεται να υπάρχει σταθερή πρόοδος στα λεγόμενα θέματα «χαμηλής πολιτικής». Το εμπόριο, η μετανάστευση και η συνεργασία στην οικονομία αποτελούν για την ελληνική πλευρά «κλειδιά» ενίσχυσης της σταθερότητας, καθώς πρόκειται για θέματα αμοιβαίου συμφέροντος.
3. Η Αθήνα αποτιμά θετικά ότι η Αγκυρα δείχνει πλέον να προσέρχεται στη συζήτηση με αναφορές στο Διεθνές Δίκαιο, εκκινώντας από μια «θεσμική βάση», κάτι που δεν ήταν αυτονόητο στο παρελθόν, όταν οι απειλές ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.
Εξασφάλιση νηνεμίας
Πίσω από τις κλειστές, πάντως, πόρτες του Μεγάρου Μαξίμου δεν υπάρχουν πανηγυρισμοί. Γνωρίζουν πως η σχέση με την Τουρκία είναι «δύσκολη» και θέλει πάντα μεγάλη προσοχή, καθώς τα αγκάθια υπάρχουν ακόμη και είναι πολύ σημαντικά. Για την Αθήνα η μόνη διαφορά εξακολουθεί να είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ, με τον κ. Γεραπετρίτη να επαναλαμβάνει πως κάθε συζήτηση πρέπει να βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο και στο Δίκαιο της Θάλασσας και ότι ζητήματα κυριαρχίας παραμένουν εκτός διαλόγου.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης υπενθύμισε ότι οι παραβιάσεις τα προηγούμενα χρόνια έφθαναν στις 30 την ημέρα, «με τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου να είναι ανά πάσα στιγμή ορατός».
Το τρίτο ημίχρονο της συνάντησης, πάντως, επιβεβαιώνει σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές τη σημασία του διαλόγου, αλλά και απομονώνει τις «δήθεν πατριωτικές φωνές» που έλεγαν πως είναι λάθος η συνάντηση. Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή η αιχμή είναι βέβαιο πως απευθύνεται και στον Αντώνη Σαμαρά, που είχε θέσει το θέμα στην τελευταία συνέντευξή του. Στο Μέγαρο Μαξίμου συνεπώς βλέπουν με ικανοποίηση ότι τα «ελληνοτουρκικά» έχουν μπει σε μια περίοδο ύφεσης και αυτό που θέλουν είναι να διατηρηθεί αυτό το κλίμα έως τις εκλογές. Η χθεσινή αποστροφή του Γιώργου Γεραπετρίτη, που είπε πως «οι παραβιάσεις τα προηγούμενα χρόνια έφθαναν στις 30 την ημέρα, με τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου ανά πάσα στιγμή να είναι ορατός», και σήμερα «οι παραβιάσεις έχουν σχεδόν μηδενιστεί», αποτυπώνει μια βασική βούληση της κυβέρνησης: την ηρεμία στο Αιγαίο.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με στοιχεία της ελληνικής πλευράς, η ροή μεταναστών έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η πρόθεση να μην υπάρχει ένταση με την Τουρκία θεωρείται κομβική για την κυβέρνηση, καθώς σε όλες τις έρευνες κοινής γνώμης η Τουρκία θεωρείται από τους Ελληνες πολίτες «απειλή», συνεπώς η ένταση μπορεί να έχει και πολιτικό αντίκτυπο.
«Επίδεσμος σε πληγές του παρελθόντος»
Του Μανώλη Κωστίδη
Κωνσταντινούπολη – Ανταπόκριση. Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν θεωρείται σημαντικό επίτευγμα στην παρούσα κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή και όπως εκτιμούν στην Αγκυρα ο ειλικρινής διάλογος και οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας θα μπορούν να βοηθήσουν στην αποφυγή εντάσεων. Παράλληλα, η πιθανή συνεργασία της Αθήνας με την Αγκυρα στα ζητήματα της Γάζας ή στην ανοικοδόμηση της Συρίας μπορεί να βοηθήσει στη συνεργασία και στη βελτίωση των σχέσεων.
Αναφορές στην Τουρκία για το ραντεβού της Αγκυρας – Συμφωνία της Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίου με τη Λιβύη για έρευνες.
Η καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Μαρμαρά, Ζουχάλ Μερτ Ουζούνερ, υποστηρίζει ότι «οι σχέσεις Τουρκίας – Ελλάδας εξακολουθούν να βρίσκονται εν αναμονή μιας καλύτερης στιγμής για την επίλυση των προβλημάτων. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τονιστεί ότι η θετική ατζέντα αποτελεί έναν επίδεσμο για τις πληγές που προκλήθηκαν από τις εντάσεις της περιόδου 2019-2022, ότι έχει σχεδόν ολοκληρώσει τη λειτουργία της και ότι πρέπει να προχωρήσουμε στο επόμενο στάδιο, επιστρέφοντας στις προτάσεις για διπλωματική λύση και στις σοβαρές προσπάθειες εξεύρεσης λύσης που προέκυψαν από τις διερευνητικές συνομιλίες στο παρελθόν».
Ο αναλυτής Μουτάτ Γετκίν αναφέρει ότι «Τούρκοι αξιωματούχοι τονίζουν πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ταγίπ Ερντογάν έκαναν αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο για την επίλυση των διαφορών και υπάρχουν εκτιμήσεις πως οι δύο ηγέτες με τον ειλικρινή τους διάλογο απέκτησαν μια σχέση εμπιστοσύνης παρά τις μεγάλες διαφωνίες τους σε βασικούς τομείς των ελληνοτουρκικών σχέσεων». Και συνεχίζει: «Μετά από δύο χρόνια, η συνάντηση δεν ήταν απλώς μια συνάντηση “να φαίνεται ότι κάνουμε κάτι για τα μάτια του κόσμου”. Τουναντίον επιδείχθηκε σε φίλους και εχθρούς, και ειδικά στις ΗΠΑ, ότι δύο μέλη του ΝΑΤΟ μπορούν να συζητήσουν με “θετική ατζέντα”».
Ο κ. Γετκίν αναφέρει ότι «ενώ οι δύο ηγέτες συζητούσαν για το Αιγαίο, την Αν. Μεσόγειο, την αποκλειστική οικονομική ζώνη και την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την ίδια ώρα ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας ανακοίνωνε ότι η Τουρκία απέκτησε δικαίωμα εξόρυξης πετρελαίου στη Λιβύη». Ο κ. Μπαϊρακτάρ ανακοίνωσε μέσω του λογαριασμού του στο X ότι η Τουρκική Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου TPAO, μέσω κονσόρτσιουμ με την ισπανική Repsol και την ουγγρική MOL, θα αναζητήσει πετρέλαιο στα ανοικτά της Βεγγάζης και μαζί με τη Repsol στην ξηρά, στη λεκάνη της Σύρτης.

