Ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η Ελλάδα ως σύμμαχος των ΗΠΑ στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, στο πλαίσιο των ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδίων της Ουάσιγκτον στην περιοχή Μέσης Ανατολής – Βόρειας Αφρικής, περιλαμβανομένων και των ενεργειακών, και η προθυμία να επενδύσει περισσότερα χρήματα για αγορά αμερικανικών εξοπλισμών το επόμενο χρονικό διάστημα φαίνεται ότι βρίσκονται στο επίκεντρο μιας ατζέντας που θα μπορούσε να βρεθεί στο τραπέζι μιας μελλοντικής συνάντησης του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Στην παρούσα φάση, βέβαια, δεδομένων των προτεραιοτήτων της προεδρίας Τραμπ, μια συνάντηση εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται εντελώς εκτός του ελέγχου της Αθήνας. Πάντως, είναι απολύτως σαφές στην αμερικανική διπλωματία ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει διακριτή στάση σε σειρά από διεθνή ζητήματα, με χρωματισμό ελαφρώς διαφορετικό από τον σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. Βέβαια, εάν τα πράγματα στη Γροιλανδία, που αποτελεί την κόκκινη γραμμή των Ευρωπαίων, εκτραχυνθούν, τότε εκ των πραγμάτων η Ελλάδα θα σταθεί ανοιχτά κατά της Ουάσιγκτον.
Οπως είναι γνωστό, στις 28 Ιανουαρίου ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης μεταβαίνει στη Νέα Υόρκη, ωστόσο δεν θα υπάρξει ραντεβού με τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάρκο Ρούμπιο. Αντιθέτως, διερευνάται η δυνατότητα ο κ. Ρούμπιο να έλθει στην Αθήνα για τον επόμενο γύρο Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας – ΗΠΑ, που εκκρεμεί εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Η πιθανότητα επίσκεψης του κ. Μητσοτάκη στον Λευκό Οίκο διερευνάται από το Μέγαρο Μαξίμου με τρόπους που δεν περιορίζονται στους επίσημους διαύλους, άλλωστε μέχρι στιγμής έχει φανεί ότι αυτοί δεν λειτουργούν. Γι’ αυτό, εξάλλου, εξετάζεται και το ενδεχόμενο να διακοπεί η συνεργασία με την εταιρεία lobbying που προσέλαβε η κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον.
Γεφυροποιός ο Μπάρακ – Η προσπάθεια του Λευκού Οίκου, με εκφραστή τον Τομ Μπάρακ, να μεσολαβήσει ανάμεσα στην Τουρκία και στην κυβέρνηση Νετανιάχου, προβληματίζει την Αθήνα.
Κύριο στοιχείο προβληματισμού στην Αθήνα αποτελεί αυτή τη στιγμή η έντονη προσπάθεια της Ουάσιγκτον, με κύριο εργαλείο τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Αγκυρα και ειδικό απεσταλμένο για τη Συρία Τομ Μπάρακ, να μεσολαβήσει ανάμεσα στην Τουρκία και στην κυβέρνηση του Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Στην Αγκυρα δεν φαίνεται να βιάζονται, καθώς γνωρίζουν ότι το αργότερο έως τις 27 Οκτωβρίου θα πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί εκλογές στο Ισραήλ, κάτι που σημαίνει ότι ο κ. Νετανιάχου αισθάνεται την ασφυκτική αμερικανική πίεση ώστε να συναινέσει σε κάποιου είδους εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία, ειδικά στο πεδίο της Συρίας, όπου τα συμφέροντα των δύο χωρών συγκρούονται.
Είναι ενδιαφέρον ότι στις πρόσφατες επαφές του κ. Μπάρακ στην Τουρκία είναι παρούσα πλέον και η Μαρία Ολσον, η οποία έχει ενταχθεί στην ομάδα αυτή και το προηγούμενο πόστο της ήταν εκείνο της επιτετραμμένης των ΗΠΑ στην Αθήνα. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, η τριμερής Ελλάδας – Κυπριακής Δημοκρατίας – Ισραήλ στα Ιεροσόλυμα δεν έγινε δεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό στην Ουάσιγκτον, καθώς οι δηλώσεις του κ. Νετανιάχου κατά του κ. Ερντογάν «χάλασαν» την ατμόσφαιρα που επιχειρούσε να φτιάξει η αμερικανική αποστολή στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις.
Αμυντικά συστήματα
Η αμερικανική δυστοκία για τα υπερβολικά ανοίγματα προς το Ισραήλ αποδίδεται και στο ότι η Ελλάδα φαίνεται να ξοδεύει πολλά χρήματα για ισραηλινά αμυντικά συστήματα, εις βάρος, βεβαίως, των αμερικανικών. Στον τομέα των εξοπλισμών η Αθήνα πριν από τις γιορτές δέχθηκε έντονες διαμαρτυρίες από την αμερικανική πλευρά για τα τελευταία εξοπλιστικά προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Με εξαίρεση τα 20 F-35, που η Ελλάδα έχει ήδη παραγγείλει, τα τελευταία έξι χρόνια τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων έγιναν αρχικά από τη Γαλλία και πλέον συνεχίζονται από το Ισραήλ.
Δεδομένου μάλιστα ότι πολλά ισραηλινά συστήματα βασίζονται σε αμερικανική τεχνολογία, στην Ουάσιγκτον υπάρχει έντονη ενόχληση για το γεγονός ότι με συνοπτικές διαδικασίες επιλέγονται όλες οι λύσεις που προτείνονται από τις ισραηλινές εταιρείες. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τον σχεδιασμό, το πρώτο εξάμηνο του 2026 θα προχωρήσουν ταχέως οι διαδικασίες για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», που θα είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου ισραηλινής τεχνολογίας. Η επικείμενη επίσκεψη του υπουργού Αμυνας του Ισραήλ, Ισραελ Κατζ, και στελεχών της SIBAT στην Αθήνα (στις 20 Ιανουαρίου) συνδέεται με όλους αυτούς τους σχεδιασμούς.
Αεροσκάφη από τις ΗΠΑ – Η Αθήνα εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να προσθέσει ακόμη 8 έως 12 μαχητικά F-35 στην παραγγελία των 20 που κατασκευάζονται ήδη στις ΗΠΑ, ενώ ήδη έκανε κρούση για τρία νέα C-130.
Δεδομένης της κατάστασης, ήδη από το περασμένο καλοκαίρι στην Αθήνα αναζητούν πώς μπορεί να προχωρήσουν προγράμματα και με αμερικανικές εταιρείες. Οπως αποκάλυψε η «Κ» στις 16 Δεκεμβρίου, η Πολεμική Αεροπορία (Π.Α.) ήδη ζήτησε τιμή και διαθεσιμότητα για την προμήθεια τριών νέων C-130, ενώ εδώ και μήνες η Αθήνα εξετάζει πολύ σοβαρά να προσθέσει κάποια ακόμη (8-12) μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35 στην ήδη υφιστάμενη παραγγελία των 20 που προετοιμάζονται στις ΗΠΑ, με το πρώτο να είναι έτοιμο περί το 2028 (άφιξη στην Ελλάδα το 2029-30).
Τέλος, σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές της «Κ», η αμερικανική πλευρά ενοχλήθηκε, επίσης, για το γεγονός ότι η Ελλάδα αποφάσισε να προμηθευτεί εκτοξευτήρες ρουκετών PULS (Ισραήλ), και έπειτα από πιέσεις η Αθήνα είναι έτοιμη να αυξήσει τον προϋπολογισμό από 700 εκατ. σε 1,2 δισ. ευρώ για το πυραυλικό πυροβολικό. Σκοπός είναι να καλυφθεί η αναβάθμιση μέρους των υφιστάμενων πυροβολαρχιών MLRS που διαθέτει ο Ελληνικός Στρατός (15 από τις 30), ενώ τμήμα αυτών θα αγοραστεί από τους Αμερικανούς προκειμένου εν συνεχεία να αντικατασταθεί από HIMARS, συστήματα γνωστά από το πεδίο μαχών της Ουκρανίας. Η Αθήνα ζητεί να ενημερωθεί εγγράφως αν για τα συγκεκριμένα συστήματα αποδεσμεύεται ο πύραυλος τύπου PrSM με επίσημο βεληνεκές τα 500 χιλιόμετρα, κάτι που εξαρχής είχε οδηγήσει και στην απόφαση αγοράς των ισραηλινών συστημάτων που δίνουν τη δυνατότητα μακρού πλήγματος.

