Η πρόσφατη Διάσκεψη του Μονάχου έκανε σαφές ότι η ανταγωνιστικότητα στον τεχνολογικό τομέα έχει πλέον εδραιωθεί ως βασική πηγή στρατηγικού πλεονεκτήματος, επιτρέποντας στα κράτη να «υπερβαίνουν» κατά πολύ το μέγεθός τους, και να το κάνουν με επιτυχία.
Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ), οι δυνατότητες στον κυβερνοχώρο, οι ψηφιακές υποδομές και η διακυβέρνηση δεδομένων αποτελούν πλέον αναπόσπαστα στοιχεία της ισχύος.
Σε αυτό το πλαίσιο εμπίπτει και η συζήτηση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, η οποία αποκτά νέο βάθος με την πρόταση δημιουργίας του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας (European Competitiveness Fund), ύψους 409 δισ. ευρώ.
Το Ταμείο φιλοδοξεί να ενοποιήσει 14 υφιστάμενα προγράμματα και να αντιμετωπίσει ένα από τα διαχρονικά αδιέξοδα της Ευρώπης: το χάσμα ανάμεσα στην έρευνα και στη βιομηχανική κλίμακα. Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας βρίσκονται και οι τεχνολογίες διττής χρήσης –τεχνολογίες που εξυπηρετούν ταυτόχρονα πολιτικές και αμυντικές ανάγκες– και οι οποίες αναδεικνύονται σε κρίσιμο συνδετικό κρίκο μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και ασφάλειας.
Η σημασία των διττών τεχνολογιών είναι καθοριστική και δεν μένει μόνο στα χαρτιά. Οπως επισημαίνει το European Science, Innovation and Research Advisory Group (ESIR) σε πρόσφατο κείμενο πολιτικής (Ιούνιος 2025), η καινοτομία με αμυντικό ενδιαφέρον προέρχεται πλέον κυρίως από μη στρατιωτικούς τομείς.
Τεχνητή νοημοσύνη, κυβερνοασφάλεια, προηγμένα υλικά, μικροηλεκτρονική, ανάλυση μεγάλων δεδομένων και συστήματα αισθητήρων αποτελούν τεχνολογικές βάσεις τόσο για εμπορικές εφαρμογές όσο και για κρίσιμες αμυντικές δυνατότητες.
Η ενσωμάτωση αυτών των τεχνολογιών μέσω μηχανισμών διττής χρήσης επιτρέπει στην Ευρώπη να καλύψει ελλείψεις σε τομείς όπως η κυβερνοάμυνα, η διαχείριση δεδομένων και η προστασία κρίσιμων υποδομών. Δορυφορικά συστήματα παρατήρησης, δίκτυα επικοινωνιών, ενεργειακές υποδομές και έξυπνα συστήματα μεταφορών μπορούν να σχεδιάζονται εξαρχής με μη στρατιωτικές και στρατιωτικές απαιτήσεις, μειώνοντας επικαλύψεις κόστους και εξάρτηση από τρίτες χώρες.
Σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι μικρομεσαίες (ΜμΕ) επιχειρήσεις αποκτούν αναβαθμισμένο ρόλο. Σε αντίθεση με τους μεγάλους αμυντικούς ομίλους, οι ΜμΕ χαρακτηρίζονται από ταχύτητα ανάπτυξης, ευελιξία και δυνατότητα γρήγορης προσαρμογής. Λογισμικά κυβερνοασφάλειας, συστήματα αυτόνομων αισθητήρων, drones επιτήρησης, ψηφιακά δίδυμα (digital twins) για κρίσιμες υποδομές και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για logistics είναι πεδία όπου οι μικρές επιχειρήσεις μπορούν να πρωταγωνιστήσουν.
Για την Ελλάδα, το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ΜμΕ, startups και τεχνολογικές εταιρείες με εξειδίκευση σε λογισμικό, ναυτική τεχνολογία, ενέργεια και τηλεπικοινωνίες. Η ανάπτυξη ενός εκτεταμένου δικτύου τέτοιων επιχειρήσεων ενισχύει όχι μόνο την εθνική οικονομία και την ανταγωνιστικότητα, αλλά και την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε υβριδικές απειλές, όπως επιθέσεις σε υποθαλάσσια καλώδια και άλλες υποθαλάσσιες κρίσιμες υποδομές, ενεργειακά δίκτυα ή λιμενικές εγκαταστάσεις.
Παράλληλα, οι ΜμΕ μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής αμυντικής αγοράς, όπου σήμερα συνυπάρχουν πάνω από 170 διαφορετικά οπλικά συστήματα. Μέσω τυποποίησης, modular σχεδιασμού και κοινών ψηφιακών πλατφορμών, δημιουργούνται οικονομίες κλίμακας και ενισχύεται η διαλειτουργικότητα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τομέας της επεξεργασίας κρίσιμων πρώτων υλών, όπως οι σπάνιες γαίες, με ελληνικές επιχειρήσεις να μπορούν να αναπτύξουν τεχνολογίες ανάκτησης και ανακύκλωσης εντός Ευρώπης.
Το θεσμικό πλαίσιο της Ε.Ε. ενισχύει αυτήν την κατεύθυνση. Το Πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP) και τα πολυαναμενόμενα Ευρωπαϊκά Εργα Αμυντικού Κοινού Ενδιαφέροντος (EDPCIs) προωθούν διασυνοριακές κοινοπραξίες και χρηματοδοτούν έργα που αυξάνουν την παραγωγική ικανότητα και την ασφάλεια εφοδιασμού, δίνοντας προτεραιότητα σε ΜμΕ και εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης. Το σχέδιο ReArm Europe αναγνωρίζει, επίσης, τις υποδομές διττής χρήσης –λιμάνια, σιδηροδρόμους, ψηφιακά δίκτυα– ως θεμέλιο τόσο της στρατιωτικής κινητικότητας όσο και της οικονομικής ανάπτυξης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και ο τομέας του διαστήματος. Με την πράξη της Ε.Ε. για το Διάστημα και τη διαστημική στρατηγική της Ε.Ε. για την Ασφάλεια και την Αμυνα, τα διαστημικά συστήματα αντιμετωπίζονται ως εγγενώς διττής χρήσης. Υπηρεσίες παρατήρησης γης, δορυφορικές επικοινωνίες και εφαρμογές πλοήγησης ανοίγουν πεδίο δράσης για ελληνικές startups και ερευνητικά κέντρα, ειδικά στο πλαίσιο του αναδυόμενου οικοσυστήματος New Space.
Η ανάδυση των τεχνολογιών διττής χρήσης προσφέρει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να μετακινηθεί από τον ρόλο του απλού αγοραστή εξοπλισμών σε εκείνον του συνδιαμορφωτή ευρωπαϊκών λύσεων. Η αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας δεν είναι απλώς χρηματοδοτική ευκαιρία· είναι στρατηγική επιλογή. Προϋποθέτει συντονισμό πολιτείας, βιομηχανίας, ακαδημαϊκής κοινότητας και αμυντικών φορέων, ώστε η χώρα να κεφαλαιοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό της και να ενισχύσει τη θέση της στον νέο ευρωπαϊκό βιομηχανικό χάρτη.
*Η Ελενα Λαζάρου είναι γενική διευθύντρια του ΕΛΙΑΜΕΠ

