«Τα πυρηνικά του Ιράν ήταν τελικά τα Στενά του Ορμούζ». Με τη φράση αυτή έμπειρο κυβερνητικό στέλεχος, το οποίο παρακολουθεί στενά τις δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αποτυπώνει τις βαρύτατες συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία που έχει η παρακώλυση της ναυσιπλοΐας λόγω του πολέμου, διερμηνεύοντας τις πρόσφατες ασφυκτικές πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς σειρά κρατών προκειμένου να παρέμβουν, αλλά και τη «βιαστική», όπως αποδείχθηκε, και άκαρπη πρωτοβουλία του Εμανουέλ Μακρόν. Η Αθήνα, παρότι τα Στενά του Ορμούζ τα τελευταία εικοσιτετράωρα έχουν φύγει από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, αντιλαμβάνεται ότι η σχετική συζήτηση θα επανέλθει. Ως εκ τούτου, έχει διαμορφώσει μια διπλή γραμμή άμυνας που μπορεί να συνοψιστεί σε ένα κατηγορηματικό «όχι» στη στρατιωτική της παρουσία όσο παραμένει η υφιστάμενη εμπόλεμη κατάσταση και σε ένα «παράθυρο συμμετοχής» στην περίπτωση κατά την οποία οι εχθροπραξίες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τερματιστούν. «Δεν θα εμπλακούμε σε ενέργειες στην ευρύτερη περιοχή όσο συνεχίζονται στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ημασταν απολύτως σαφείς εξαρχής», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη την περασμένη Τρίτη, η οποία κρίνεται απόλυτα αιτιολογημένη: με τα τρέχοντα δεδομένα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναπτυχθεί διεθνής ναυτική δύναμη στο Ορμούζ που θα μπορεί να αντιταχθεί αποτελεσματικά στο Ιράν. Αντιθέτως, το πιθανότερο ήταν τα πολεμικά πλοία που θα έφταναν στην περιοχή –περιλαμβανομένων βεβαίως των ελληνικών– να στοχοποιηθούν άμεσα από την Τεχεράνη. Πάντως, όπως προαναφέρθηκε, η Αθήνα θα μπορούσε να επανεξετάσει τη στάση της εάν οι εχθροπραξίες τερματιστούν και απαιτηθεί κάποιας μορφής «επιτήρηση» της περιοχής, είτε στο πλαίσιο πιθανής εκεχειρίας είτε μονιμότερης διευθέτησης της εν εξελίξει σύγκρουσης. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι σε ενδεχόμενη επιχείρηση στο Ορμούζ μετά το τέλος των εχθροπραξιών δεν πρόκειται να μετάσχει συνολικά η Ευρώπη, αλλά μεμονωμένες «πρόθυμες» χώρες. Εξάλλου και στην επιχείρηση «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα, που κρίνεται ως ασφαλέστερη, μετέχουν μόνο δύο κράτη, η Ελλάδα και η Ιταλία. Θα πρέπει να σημειωθεί, τέλος, ότι αναφορικά με τα Στενά του Ορμούζ, στο παρασκήνιο έχει συζητηθεί και το ενδεχόμενο αποστολής πολεμικών πλοίων, αφού προηγουμένως σχηματιστεί μια «υγειονομική ζώνη» αποτροπής πληγμάτων από το έδαφος του Ιράν. Ομως, το σενάριο κρίνεται εξαιρετικά απομακρυσμένο, καθώς προϋποθέτει την εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων των ΗΠΑ στο Ιράν, παρότι η WSJ ανέφερε ότι θα επιχειρηθεί ο στόχος να επιτευχθεί από αέρος.
Οι «ουρές» των Patriot
Συμβατική υποχρέωση της Αθήνας με βάση τη συμφωνία που είχε δρομολογηθεί επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και υπεγράφη το 2021 συνιστούσε η αξιοποίηση των ελληνικών Patriot για την αποτροπή πλήγματος από βαλλιστικούς πυραύλους του Ιράν κατά των διυλιστηρίων της Aramco στη Σαουδική Αραβία. Από την ίδια τη φύση της σύμβασης που είχε υπερψηφιστεί από το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ, η ελληνική δύναμη ήταν επιβεβλημένο να παρέμβει, ενώ είναι προφανές ότι η εμπλοκή της ήταν αμιγώς αμυντικού χαρακτήρα. Το ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί η Αθήνα έσπευσε να γνωστοποιήσει επισήμως το συμβάν. Και, δεύτερον, γιατί η ελληνική αποτροπή αντί να αναδειχθεί ως απόρροια μιας συμβατικής υποχρέωσης της χώρας και κατ’ εξοχήν αμυντική κίνηση, συνδέθηκε με άλλες στοχεύσεις τής εν εξελίξει πολεμικής σύγκρουσης με τις αναφορές στο επίπεδο ζωής των Ελλήνων και των Ευρωπαίων πολιτών. Πάντως, τα ερωτήματα για τη «διαχείριση» της αξιοποίησης των ελληνικών Patriot στη Σαουδική Αραβία δεν αφορούν μόνο την κυβέρνηση, αλλά και την αντιπολίτευση και πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ, που επιδιώκει να εμφανιστεί ως εναλλακτικός πόλος διακυβέρνησης. Εάν η παροχή «ομπρέλας» προστασίας στην Κύπρο θεωρείται από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας αυτονόητη, αποτελεί ερώτημα, πέραν του ότι η Χαριλάου Τρικούπη είχε υπερψηφίσει τη σύμβαση του 2021 με το Ριάντ, γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν αντέδρασε και στην πρόσφατη επιλογή της Αθήνας να προσφέρει αντιβαλλιστική κάλυψη στη Βουλγαρία με την τοποθέτηση συστοιχίας Patriot στη Βόρεια Ελλάδα και ζεύγους F-16 στη Λήμνο.
Τα στοιχήματα του συνεδρίου
Με προεξοφλημένο νικητή τον Νίκο Ανδρουλάκη ανοίγουν την Παρασκευή οι εργασίες του συνεδρίου των «πρασίνων», εν μέσω των αναταράξεων που προκάλεσαν το εγχείρημα της διεύρυνσης και η διαγραφή Κωνσταντινόπουλου. Η οργανωτική κυριαρχία του Ν. Ανδρουλάκη επιβεβαιώθηκε στην εκλογή συνέδρων την περασμένη Κυριακή και αναμένεται να αποτυπωθεί κατά τις ψηφοφορίες του συνεδρίου, παρότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναφέρει σε συζητήσεις του ότι θα επιδιώξει μια «συνθετική» και χωρίς «αποκλεισμούς» Κεντρική Επιτροπή, ώστε όλοι να έχουν ρόλο και να δοθεί συντεταγμένα η μάχη της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Ως εκ τούτου, τα κρίσιμα διακυβεύματα που μένει να απαντηθούν αφορούν πρωτίστως την «επόμενη ημέρα» του συνεδρίου και είναι:
– Κατά πόσον η επαναβεβαίωση της εσωκομματικής ισχύος του Ν. Ανδρουλάκη θα του επιτρέψει να αναπτύξει τη στρατηγική του χωρίς εσωκομματικές εντάσεις και αμφισβητήσεις μέχρι τις κάλπες.
– Εάν η προσέγγιση που επιχειρήθηκε μεταξύ των Παύλου Γερουλάνου και Χάρη Δούκα ενόψει του συνεδρίου θα προσλάβει μονιμότερα χαρακτηριστικά.
– Σε ποιο βαθμό –και με τι ορίζοντα– είναι «συμπαγής» η συμμαχία που έχουν συνάψει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και η Aννα Διαμαντοπούλου.
– Πόσο ανακατεύει την εσωκομματική τράπουλα η αυτονόμηση του Μανώλη Χριστοδουλάκη, που πλέον εκ των πραγμάτων καταγράφεται ως νέος «δελφίνος» στη Χαριλάου Τρικούπη.
Οι βασικοί «παίκτες» του ΠΑΣΟΚ, πάντως, μόνο αδιάφοροι δεν είναι για τη μάχη των εντυπώσεων που θα δοθεί στο συνέδριο και θα προσέλθουν στις εργασίες του με διαφορετικές ατζέντες. Ο Ν. Ανδρουλάκης θα επικεντρωθεί στη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής που θα καθιστά το ΠΑΣΟΚ εναλλακτικό πόλο εξουσίας έναντι της Ν.Δ., όπως επίσης και στο εγχείρημα της αμφίπλευρης διεύρυνσης που κρίνεται απαραίτητο για την άνοδο των ποσοστών του κόμματος. Ο Χ. Δούκας θα θέσει ως κομβικό δίλημμα προς το συνέδριο εάν θα επιλέξει το ΠΑΣΟΚ να ηγηθεί ως κύρια δύναμη της πολιτικής αλλαγής με προοδευτικό πρόσημο ή θα αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με τη Ν.Δ. Τέλος, ο Π. Γερουλάνος θα αναδείξει την ανάγκη κατοχύρωσης και σεβασμού της διαφορετικής άποψης εντός του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με τη συντεταγμένη πορεία του κόμματος.

