«Η κυβέρνηση είναι έτοιμη στα πλαίσια των δημοσιονομικών της δυνατοτήτων να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις από τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων», δήλωσε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, λίγο μετά τη λήξη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες.
Οπως είπε, έγινε εκτενής συζήτηση γύρω από τις οικονομικές επιπτώσεις της παρατεταμένης γεωπολιτικής κρίσης και του πολέμου που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή. «Νομίζω ότι είναι κοινός τόπος ότι όσο περισσότερο συνεχίζονται οι συγκρούσεις, τόσο πιο αρνητικές θα είναι οι επιπτώσεις για την παγκόσμια, για την ευρωπαϊκή, κατά συνέπεια και για την ελληνική οικονομία», ανέφερε ο πρωθυπουργός.
Ο Κ. Μητσοτάκης ανέφερε ότι μια διατύπωση στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου «ανοίγει την πόρτα για περισσότερη ευελιξία στη λήψη εθνικών αλλά και ευρωπαϊκών μέτρων για την αντιμετώπιση αυτής της έκτακτης κρίσης». Πρόσθεσε ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι έτοιμος ακόμα να πει κάτι περισσότερο, ωστόσο επανέλαβε ότι «η κυβέρνηση είναι έτοιμη στα πλαίσια των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις από τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και ενδεχομένως στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας».
Σε ερώτηση σχετικά με δημοσιεύματα στην Τουρκία ότι έχει αποστείλει επιστολές σε ΝΑΤΟ, Ε.Ε. και ΗΠΑ εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά της για τη μετακίνηση της ελληνικής συστοιχίας Patriot στην Κάρπαθο, ο πρωθυπουργός απάντησε: «Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι νομικά ανυπόστατοι, αλλά θα έλεγα ότι είναι και παντελώς άκαιροι αν λάβει κανείς υπόψη την ευρύτερη γεωπολιτική συγκυρία». Πρόσθεσε, επίσης, ότι «η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται με κανέναν τη διάταξη των αμυντικών της δυνάμεων σε επιχειρησιακό επίπεδο».
Σχετικά με τους ελληνικούς Patriots στη Σαουδική Αραβία, ο Ελληνας πρωθυπουργός επισήμανε ότι βρίσκονται εκεί από το 2021, με απόφαση του ΚΥΣΕΑ, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας να προστατευτούν κρίσιμες υποδομές οι οποίες έχουν να κάνουν με την ασφάλεια της τροφοδοσίας καυσίμου.
«Η σημερινή αναχαίτιση αποτελούσε μια αυστηρά αμυντική δράση, η οποία εντάσσεται στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, την οποία έχουμε κάνει με την Σαουδική Αραβία» – χώρα η οποία αποτελεί στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας εδώ και αρκετά χρόνια, τόνισε ο πρωθυπουργός. Οπως ανέφερε: «Θα έπρεπε κανείς να αναγνωρίσει ότι και στην πράξη οι Ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις απέδειξαν σε μια πολύ σύνθετη άσκηση την επιχειρησιακή τους ετοιμότητα».
Σε αυτούς οι οποίοι αναρωτιούνται πώς ωφελείται η Ελλάδα από μια τέτοια πρωτοβουλία, ο πρωθυπουργός απάντησε ότι «εάν τα διυλιστήρια αυτά –ένα κρίσιμο διυλιστήριο της Σαουδικής Αραβίας– είχε πράγματι χτυπηθεί, τότε η τιμή του πετρελαίου σήμερα θα ήταν πολύ υψηλότερη από αυτήν που τελικά είναι, διότι η προστασία των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών ένθεν και ένθεν θα πρέπει να αποτελεί αυτή τη στιγμή πρώτη προτεραιότητα».
Ανέφερε, ακόμη, ότι η Ελλάδα και η Γαλλία πρωταγωνίστησαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στην ανάγκη να διατυπωθεί μια πρόταση για ένα μορατόριουμ το οποίο θα αποκλείει οποιοδήποτε πλήγμα κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων, είτε αυτές βρίσκονται στο Ιράν είτε στις χώρες του Κόλπου.
Αναφορικά με τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ε.Ε., ο Κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε «εξαιρετικά θετικό» το γεγονός ότι στην περίπτωση της επίθεσης που δέχτηκε η Κύπρος, πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με πρώτη την Ελλάδα, έσπευσαν να τη συνδράμουν προσφέροντας αεροναυτιλιακή υποστήριξη, έτσι ώστε η Κύπρος να αισθάνεται απολύτως ασφαλής.
Οπως είπε, αυτό «αποτέλεσε ουσιαστικά μια, de facto, αν όχι de jure», ενεργοποίηση του Αρθρου 42 (7) της ΣΕΕ, για τη ρήτρα της Αμοιβαίας Συνδρομής της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τόνισε, επίσης, ότι αναγνωρίστηκε η ανάγκη «να προχωρήσουμε γρήγορα κάποια βήματα παραπέρα» – να χαράξουμε δηλαδή, έναν «σαφή οδικό χάρτη με ορίζοντα μηνών και όχι ετών, έτσι ώστε να μπορούμε να έχουμε ένα σαφές επιχειρησιακό σχέδιο σε περίπτωση που χρειαστεί να ενεργοποιηθεί αυτή η ρήτρα, ποια θα ήταν τα βήματα τα οποία θα παίρναμε ανάλογα με το είδος της απειλής».
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι «αυτή είναι μια πολύ σημαντική κατάκτηση για την πατρίδα μας αλλά και για την Κύπρο». Οπως είπε, ο ίδιος έχει μιλήσει επισταμένα για την ανάγκη, στα πλαίσια της στρατηγικής αυτονομίας, να δοθεί περιεχόμενο και βάθος σε αυτήν την πολύ σημαντική ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, η οποία όμως στον δημόσιο διάλογο μάλλον είχε παραπέσει. «Η περιπέτεια της Κύπρου είναι μια ευκαιρία και για την Ελλάδα και για την Κύπρο μετ’ επιτάσεως να προχωρήσει τη συζήτηση σε μια κατεύθυνση που αναντίρρητα εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα», ανέφερε τέλος.

