Παρότι η προσοχή όλων στρέφεται στην πρόθεση ψήφου στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις, ίσως σε κλειδί της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης αναδειχθεί η «ισορροπία» μεταξύ «κυβερνητικών» και αντισυστημικών δυνάμεων. Στην πρώτη κατηγορία, είναι σαφές ότι συγκαταλέγονται η Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ και το υπό ίδρυση κόμμα Τσίπρα, το οποίο αναμένεται να απορροφήσει σχεδόν ολοκληρωτικά τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ.
Οπως παρατηρεί έμπειρος δημοσκόπος, στην εκλογική αναμέτρηση του 2023 τα τότε συστημικά κόμματα –Ν.Δ., ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Αλέξη Τσίπρα και ΠΑΣΟΚ– συγκέντρωσαν αθροιστικά το 70% της ψήφου. Εάν αυτό το ποσοστό, των ψηφοφόρων που προτάσσουν τη διακυβέρνηση της χώρας, δεν υποχωρήσει κάτω από την περιοχή του 60% περίπου, η Ν.Δ. έχει βάσιμες ελπίδες να υπερβεί «καθαρά» τον πήχυ του 30% και να διεκδικήσει την αυτοδυναμία σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση.
Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία τα συστημικά κόμματα της τρέχουσας περιόδου –Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και πιθανότατα το κόμμα Τσίπρα– καταγράψουν ποσοστά κάτω από 55% με την «αντισυστημική» ψήφο να εκτοξεύεται άνω του 45%, ο κατακερματισμός του πολιτικού σκηνικού είναι το πιθανότερο σενάριο. Και τούτο, καθώς, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις και εκτιμήσεις, το ΠΑΣΟΚ και ο υπό ίδρυσιν φορέας του πρώην πρωθυπουργού, εάν δεν σημειωθούν μεγάλες ανατροπές, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, δύσκολα δεν θα κινηθούν αθροιστικά περί το 25%, στερώντας κρίσιμο ζωτικό χώρο από τη Ν.Δ.
Παράλληλα, προσθέτει η ίδια πηγή, τα τρία συστημικά κόμματα που θα διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών στις προσεχείς εκλογές έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είχαν κυβερνητικές ευθύνες στο πρόσφατο ή απώτερο παρελθόν, και για τις επιτυχίες, τα λάθη και τις παραλείψεις τους υπάρχουν «μνήμες» στο σώμα των ψηφοφόρων, ενώ στο συγκεκριμένο πεδίο η Ν.Δ. και ο Κυρ. Μητσοτάκης διαθέτουν συγκριτικό πλεονέκτημα: παρά την κόπωση και φθορά της επταετούς θητείας τους, έχουν θετικά –όπως και αρνητικά– δείγματα γραφής που μπορούν να ανακαλέσουν άμεσα οι πολίτες.
Αντιθέτως, η τελευταία άσκηση διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ εκτείνεται σε απόσταση 14 ετών και σημαδεύτηκε από την είσοδο στα μνημόνια, ενώ τον Αλ. Τσίπρα συνοδεύει το «αγκάθι» του 2015. Υπ’ αυτήν την έννοια, μεταξύ των πολιτών που θα επιλέξουν να ψηφίσουν με το βλέμμα στην «κυβερνησιμότητα» της χώρας, η Ν.Δ. εκτιμάται πως θα έχει στην τελική ευθεία προς τις εκλογές το προβάδισμα, καθώς μάλιστα μπορεί να ελπίζει σε υπέρ της μετακινήσεις των τελευταίων προεκλογικών ημερών ή και «πίσω από το παραβάν», μεταξύ των ψηφοφόρων –κυρίως του ΠΑΣΟΚ– που απεύχονται ενδεχόμενο κυβερνητικό αδιέξοδο.
Τα ατού της Ν.Δ.
Επί του παρόντος, τα μηνύματα για τη δυναμική της Ν.Δ. είναι, πάντως, αμφίσημα, παρότι οι ενδείξεις ότι το Μέγαρο Μαξίμου μπορεί να μετατρέψει τους τελευταίους μήνες προς τις κάλπες σε ανοδικό «σπριντ» είναι ισχυρές. Η Ν.Δ. είναι σαφές ότι καταγράφει απώλειες σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, με πρώτες τους αγρότες, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τα νεανικά κοινά. Ομως, αυτές μπορεί να αποδειχθούν περιορισμένες εάν το Μέγαρο Μαξίμου πείσει ότι, παρά τα επιμέρους λάθη και τις παραλείψεις, μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε «καλύτερες ημέρες». Παράλληλα, ο Κυρ. Μητσοτάκης είναι σαφές ότι διαθέτει την ευχέρεια να προβαίνει σε κινήσεις σε τομείς όπως η εξωτερική πολιτική, τα ενεργειακά και οι εξοπλισμοί που υπερβαίνουν σε απήχηση –και μάλιστα σε σημαντικό βαθμό– την εκλογική επιρροή της Ν.Δ.
Στον αντίποδα, το πρόβλημα της ακρίβειας παραμένει σταθερό «αγκάθι» για την κυβερνητική εικόνα και δεν είναι ορατό εάν οι πληγές που δημιουργεί στο εκλογικό σώμα θα επουλωθούν μέχρι τις κάλπες. Επίσης, ο Κυρ. Μητσοτάκης φαίνεται ότι «τραβάει» τη Ν.Δ. «προς τα επάνω». Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της MARC («Πρώτο Θέμα») η Ν.Δ. στην πρόθεση ψήφου συγκεντρώνει ποσοστό 27,8%, ενώ ο Κυρ. Μητσοτάκης στο ερώτημα της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία 32,6% – εύρημα σημαντικό στον βαθμό που στην Ελλάδα, κατά την επιλογή ψήφου, το πρόσωπο του υποψήφιου πρωθυπουργού συνιστά σημαντική παράμετρο.
Τέλος, δύο ακόμη θετικά για τη Ν.Δ. μηνύματα από τις τρέχουσες μετρήσεις συνιστούν το ποσοστό αποδοχής της κυβέρνησης και η –σχετικά– περιορισμένη υιοθέτηση του αιτήματος για πρόωρες εκλογές. Σύμφωνα με τη MARC, την κυβέρνηση αποτιμά «θετικά και μάλλον θετικά» το 36,8% των ερωτηθέντων, διαμορφώνοντας μια ικανοποιητική βάση δυνητικών ψηφοφόρων. Παράλληλα, με βάση τη Metron Analysis (Mega) το 52% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της εξάντλησης της τετραετίας, ένδειξη πως παρά την κυβερνητική φθορά και την κόπωση του εκλογικού σώματος δεν έχει διαμορφωθεί πλειοψηφικό ρεύμα υπέρ της άμεσης πολιτικής αλλαγής. Γεγονός πάντως παραμένει ότι η Ν.Δ. κινείται στην πρόθεση ψήφου στην περιοχή του 25%-27%, περί τις 5 με 6 ποσοστιαίες μονάδες πιο κάτω από ό,τι το 2022, ένα χρόνο δηλαδή πριν από τις τότε εκλογές που της έδωσαν τη δεύτερη εκλογική νίκη.
Θα το τολμήσει ο Σαμαράς;
Σήμα ότι, παρά την περί του αντιθέτου φιλολογία του τελευταίου διαστήματος, το ενδεχόμενο ίδρυσης νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά παραμένει ανοικτό, συνιστά η σκληρή κριτική που άσκησε ο πρώην πρωθυπουργός στην κυβέρνηση για πτυχές της συμφωνίας με τη Chevron. Μάλιστα, η αυστηρή αντίδραση του Κυρ. Μητσοτάκη υποδηλώνει πως και το Μέγαρο Μαξίμου δεν αποκλείει ο Αντ. Σαμαράς να διαβεί τον Ρουβίκωνα και, κυρίως, ότι αντιλαμβάνεται πως οι παρεμβάσεις του, ανεξαρτήτως των τελικών επιλογών του, έχουν ειδικό πολιτικό βάρος. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους ο πρώην πρωθυπουργός επιλέγει να μην ανοίξει ακόμη τα χαρτιά του, συνομιλητές του Αντ. Σαμαρά επισημαίνουν δύο παραμέτρους.
Πρώτον, την εκτίμηση ότι με την πάροδο του χρόνου η διαφαινόμενη δυναμική των εγχειρημάτων του Αλ. Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού βαίνει μειούμενη. Και, δεύτερον, ότι ο Αντ. Σαμαράς διαθέτει ένα δίκτυο στελεχών σε ολόκληρη τη χώρα, που του επιτρέπει, εάν το αποφασίσει, να δημιουργήσει ένα κόμμα ικανό να δώσει τη μάχη των επόμενων εκλογών, σε εξαιρετικά σύντομο χρόνο. Πάντως, παρότι κυρίαρχη εκτίμηση στα κομματικά επιτελεία είναι ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν έχει στην ατζέντα του το σενάριο των πρόωρων εκλογών, συνομιλητές του πρώην πρωθυπουργού εκτιμούν πως η προσφυγή στις κάλπες μπορεί να προκύψει πριν από το τέλος της τετραετίας λόγω «έκτακτων» γεγονότων.

