«Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ πέρασε στην αιωνιότητα των διαχρονικών και οικουμενικών Ελληνίδων και Ελλήνων χάρη σε ένα έργο ζωής. Ήταν ένα κορίτσι από τον Βύρωνα, μια αγωνίστρια της Εθνικής Αντιστάσεως που έθεσε τον εαυτό της υπεράνω μέτρων και συρμών. Ήταν μια Ιστορικός που ήθελε να αναμετρηθεί με την Ιστορία», ανέφερε στον επικήδειο λόγο του για την Ελένη – Γλύκατζη Αρβελέρ, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κώστας Τασούλας,
«Γιατί όπως έλεγε, είχε διαγράψει από το λεξιλόγιό της τη λέξη «αδύνατον». Δεν ήταν όμως αιθεροβάμων. Δεν εφησύχαζε μέσα σε ζωτικά ψεύδη και αυταπάτες. Όπως έλεγε, «ο εφησυχασμός είναι η μεγαλύτερη δειλία». Και μόνο δειλή δεν υπήρξε. Πάντοτε θαρραλέα, είχε ως οδηγό της το «γνώθι σαυτόν». Υπέβαλλε όλες τις αλήθειες, τις δικές της, αλλά και τις αλήθειες των άλλων, στη δοκιμασία του ορθολογισμού. Τις έθετε μία προς μία κάτω από το σκληρό φως της έρευνας, της εργασίας και του λόγου.
Κι έτσι, όχι μόνο δεν εφησύχασε σε στερεότυπα, όχι μόνο δεν αναπαύτηκε περιστοιχισμένη από προκατασκευασμένα σχήματα, αλλά προχώρησε και κατέκτησε νέα εδάφη. Έτσι αναμετρήθηκε με τα μεγάλα. Και έτσι έκανε τα αδύνατα δυνατά. Με σχέδιο, με σκληρή δουλειά, με λόγο υπερήφανο, κοφτερό και ζυγισμένο», υπογράμμισε ο κ. Τασούλας και συνέχισε:
«Έκανε τα αδύνατα δυνατά πάνω απ’ όλα στο πεδίο της Ιστορίας. Η Αρβελέρ, που σπούδασε αρχαιολογία στην Αθήνα προτού αφοσιωθεί στην Ιστορία στο Παρίσι ανέσκαψε και έφερε στο φως αλήθειες και όψεις του ελληνισμού και του ευρωπαϊκού πνεύματος. Αλήθειες που η Ευρώπη και η Ελλάδα είχαν από αιώνες αγνοήσει και ξεχάσει.
Η Αρβελέρ έγινε μια από τις πιο αναγνωρισμένες προσωπικότητες στις Κλασικές Σπουδές διεθνώς γιατί απέδειξε ότι το Βυζάντιο βρίσκεται στην καρδιά της Δύσης. Με αδιάπτωτο πάθος έδειξε πώς και γιατί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έχοντας στο κέντρο της την ελληνική γλώσσα συνδύασε το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, τη ρωμαϊκή θεσμική συγκρότηση, το χριστιανικό ηθικό πρότυπο και την πίστη της Ανατολικής Εκκλησίας.
Έδειξε στους Ευρωπαίους την ιστορική ενότητα της Ευρώπης από την αρχαία Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη ως το σήμερα. Έδειξε στους Έλληνες την ενότητα και τη συνέχεια του ελληνισμού. Απέδειξε έτσι εξ επαγωγής την ενότητα Ελλάδας και Ευρώπης».
«Εμάς, τους σύγχρονους Έλληνες, μας κάλεσε να κατανοήσουμε ότι είμαστε η ζωντανή έκφραση αυτής της συνέχειας. Μας έμαθε ότι το Βυζάντιο είναι Ελληνική Αυτοκρατορία. Είναι η γέφυρα μεταξύ της αρχαιότητας και της νεοελληνικής Ιστορίας. Μας έμαθε ότι το Βυζάντιο μας πρόσφερε δύο πράγματα, τη σύγχρονη μορφή της ελληνικής γλώσσας, καθώς και την ορθοδοξία. Και μας εξήγησε η σπουδαία αυτή Ελληνίδα Δασκάλα ότι αυτά τα δύο συναποτελούν τη βάση της νεοελληνικής ταυτότητας.
Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ ήταν ένα υπόδειγμα αυθεντικότητας, πνευματικού θάρρους και ελευθερίας της σκέψης. Νίκησε το χρόνο με όλους τους τρόπους και σε όλα τα αλώνια. Με το έργο της, αλλά και με τη μακρά ζωή της. Και με το νεανικό πείσμα της κατόρθωσε να επιβεβαιώσει ότι η πνευματική εγρήγορση δεν γνωρίζει ηλικία.
Το έργο της, αλλά και το υπόδειγμα σκέψης και ζωής που την αξίωσε να επιτύχει αυτό το έργο μπορεί να είναι πρότυπο και οδηγός για κάθε νέα και για κάθε νέο που θέλει να σπάσει στεγανά και να κατακτήσει κορυφές.
Αυτοκράτορες και φιλόσοφοι, Άγιοι και ποιητές υποδέχονται τώρα την Ελένη Αρβελέρ στην αιώνια ζωή. Όταν φεύγει ένας άνθρωπος που θαυμάσαμε ή που αγαπήσαμε σκεφτόμαστε όλα αυτά που δεν πρόλαβαν να γίνουν, που δεν πρόλαβαν να λεχθούν. Τον πόνο μας σήμερα απαλύνει το γεγονός ότι είναι τελικά αμέτρητα όσα η Ελένη Αρβελέρ μας πρόσφερε και μας είπε. Και ότι η αναγνώριση, η εκτίμηση και η αγάπη που της προσφέραμε, δεν ήταν ποτέ λίγη.
Τώρα, ως ύστατη τιμή στη μνήμη της πρέπει να συνειδητοποιήσουμε αυτό που ήθελε να μας πει. Να αναγνωρίσουμε το αγαθό της ενότητας και της συνεννόησης ως τον ιστορικά αποδεδειγμένο μοναδικό δρόμο για την αποτροπή δεινών. Να κοιτάξουμε πιο μπροστά και πιο ψηλά, με σεμνότητα και σοβαρότητα, με συλλογικό «γνώθι σαυτόν», αλλά και με θάρρος και αυτοπεποίθηση. Κι έτσι, με αυτό τον τρόπο, να διαγράψουμε κι εμείς από το εθνικό μας λεξιλόγιο τη λέξη «αδύνατον». Αιωνία της η μνήμη», κατέληξε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

