Την άνοιξη, με τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, οι συνταγματολόγοι θα έχουν προβολή ανάλογη με εκείνη των λοιμωξιολόγων τον καιρό της πανδημίας, των μετεωρολόγων όταν εκδηλώνονται ακραία καιρικά φαινόμενα ή των σεισμολόγων μετά κάθε ισχυρό χτύπημα του Εγκέλαδου. Τα πρώτα σημάδια δείχνουν ότι δεν θα αποφύγουν την παράδοση των επιστημονικών διαφωνιών σε απευθείας μετάδοση, που ξεκινούν από ευγενικές διαφοροποιήσεις και φτάνουν σε άγριους καβγάδες.
Δεν είναι παράξενο, γιατί το Σύνταγμα είναι κατεξοχήν πολιτικό κείμενο (Ν. Σαρίπολος, Αρ. Μάνεσης), ενώ η περιστρεφόμενη πόρτα που οδηγεί από την έδρα της Νομικής στην κεντρική πολιτική σκηνή βρίσκεται σε συνεχή κίνηση: έχουν κάνει τη μετάβαση από τον Αλέξανδρο Σβώλο, που στην Κατοχή διετέλεσε επικεφαλής της «κυβέρνησης του βουνού», μέχρι τον πρώτο προσωρινό ΠτΔ της Μεταπολίτευσης Μιχ. Στασινόπουλο και, τελικά, πλήθος συνταγματολόγων που έγιναν πολιτικοί (Τσάτσος, Βενιζέλος, Παυλόπουλος, Γεραπετρίτης, Λοβέρδος, Κατρούγκαλος, Μανιτάκης, Μποτόπουλος, Χρυσόγονος), ενώ στο κάδρο εντάσσονται και πανεπιστημιακοί που τολμούν πολιτικές παρεμβάσεις (Αλιβιζάτος, Σωτηρέλης, Κοντιάδης, Καϊδατζής).
Ο ομότιμος καθηγητής της Νομικής (ΕΚΠΑ) Φίλιππος Σπυρόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Σαρμά (2023), το βλέπει με χιούμορ και συγκατάβαση: «Σε κάθε συνταγματολόγο εγκαταβιώνουν, φευ ή ευ, δύο ψυχές στο στέρνο του και δύο πτυχές στον νου του: η μία είναι του συνταγματολόγου, η άλλη του αντισυνταγματολόγου. Κατά τούτο, νομίζω, διαφέρουν από τους σεισμολόγους, οι οποίοι επ’ εσχάτων φαίνεται ότι άρχισαν μάλλον να ομονοούν. Αλλά πώς να ομονοήσουμε οι συνταγματολόγοι που βρισκόμαστε τόσο κοντά στο εξουσιαστικό φαινόμενο (στην πολιτεία και στην πολιτική) και αποζητούμε να διαβούμε το κατώφλι του, και μάλιστα κατ’ αξίαν;».
Οι συνταγματολόγοι είναι συνήθως ευφραδείς, σίγουροι για την αλήθεια τους, παθιασμένοι στη διατύπωση των επιχειρημάτων τους, εξοικειωμένοι με στρυφνούς νομικούς όρους, με έντονο υποκειμενισμό στην ανάγνωση των διατάξεων του καταστατικού χάρτη της χώρας που προσφέρονται για διασταλτική ερμηνεία.
Ο Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής της Νομικής (ΕΚΠΑ) αποδραματοποιεί ως αναπόφευκτα τα αλλεπάλληλα debate των συνταγματολόγων: «Το Σύνταγμα είναι μεν νομικό κείμενο, με κατεξοχήν όμως πολιτικό περιεχόμενο. Οπότε είναι εύλογο οι συνταγματολόγοι να επηρεάζονται, ακόμη και ασυνείδητα, από τη γενικότερη πολιτική, ιδεολογική και κοσμοθεωρητική τους συγκρότηση. Αρκεί να μη χάνουν την επιστημονική τους παρρησία και να μην είναι διατεθειμένοι να υποστηρίξουν το οτιδήποτε. Γιατί τότε θα είναι συνένοχοι σε αυτό που είχε περιγράψει ο Χένρι Κίσινγκερ: «Το παράνομο γίνεται αμέσως. Για το αντισυνταγματικό χρειαζόμαστε λίγο χρόνο παραπάνω».
Σε μια χώρα στην οποία οι καταγγελίες από την αντιπολίτευση για εκτροπή, κοινοβουλευτικό πραξικόπημα και καταστρατήγηση του Συντάγματος αποτελούν διαχρονική ρουτίνα, δεν προκαλούν έκπληξη οι δίκες προθέσεων κομμάτων και πολιτικών αρχηγών από καθηγητές συνταγματικού δικαίου που υπερασπίζονται διαφορετικές επιστημονικές αλήθειες.
«Η επιστήμη του δικαίου, εξηγεί η καθηγήτρια στη Νομική του ΑΠΘ Λίνα Παπαδοπούλου, μοιάζει με τα μαθηματικά, γιατί κύριο εργαλείο της είναι η υπαγωγή, δηλαδή η εφαρμογή (ή μη) των γενικών κανόνων στις συγκεκριμένες περιστάσεις. Η επιστημονικότητά της έγκειται στη μεθοδικότητα, στη συστηματικότητα και στον ελέγξιμο επιχειρηματολογικό λόγο, όχι όμως στην πειραματική επαλήθευση, όπως στις φυσικές επιστήμες. Αρα, ναι μεν υπάρχουν λανθασμένες απαντήσεις, αλλά δεν αποκλείεται σε δύσκολα ερωτήματα να μπορούν να δοθούν αντιφατικές, εξίσου σωστές, απαντήσεις».
Ο συνάδελφός της στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Αλκης Ν. Δερβιτσιώτης, εξηγεί: «Το Σύνταγμα ερμηνεύεται με παραδοσιακές ερμηνευτικές μεθόδους, καθώς και με νεότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, που διαμορφώθηκαν στην πορεία. Ο ερμηνευτής του Συντάγματος, όμως, αντιμετωπίζει πρόσθετες ερμηνευτικές δυσχέρειες λόγω του διττού χαρακτήρα αυτού, που είναι ο ανώτερος νόμος της πολιτείας και, συγχρόνως, το συμφωνημένο πολιτικό και κοινωνικό συμβόλαιο της χώρας. Ετσι, το Σύνταγμα οριοθετεί νομικά την εξουσία και, ταυτόχρονα, κατοχυρώνει δικαιώματα και ελευθερίες».
«Σε κάθε συνταγματολόγο εγκαταβιώνουν, φευ ή ευ, δύο ψυχές στο στέρνο του και δύο πτυχές στον νου του: η μία είναι του συνταγματολόγου, η άλλη του αντισυνταγματολόγου».
Κρατάει χρόνια…
Η δημόσια αντιπαράθεση Βενιζέλου – Αλιβιζάτου σε εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών για το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών προκάλεσε αίσθηση, παρόλο που δεν διαφώνησαν επί της ουσίας (δηλαδή ως προς την ανάγκη αναθεώρησης της διάταξης). Ηταν, όμως, τέτοια η ένταση μεταξύ τους (με το δάχτυλο σηκωμένο και οι δύο…), που μπορούσε να δημιουργηθεί η εντύπωση σε έναν νομικά αδαή ότι βρίσκονται σε επιστημονικό πόλεμο.
Για τον Βενιζέλο αποτελεί πολιτική επιλογή και όχι συνταγματικό περιορισμό η προστασία των υπουργών από τη Δικαιοσύνη επί κυβέρνησης Μητσοτάκη και επικαλείται ως επιχείρημα το αντίθετο παράδειγμα στις περιπτώσεις Τσοχατζόπουλου, Παπαντωνίου, Μαντέλη και στην υπόθεση Novartis. Για τον Αλιβιζάτο, στην αναθεώρηση του 2001 έγινε οπισθοχώρηση από το Σύνταγμα του 1975 με τη διατύπωση «Μόνο η Βουλή…», που έκανε τη χώρα μας τη μοναδική στην Ε.Ε. που αναθέτει αποκλειστικά σε πολιτικό σώμα τη δικαιοδοτική κρίση για υπουργούς.
Οι δύο κορυφαίοι καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου είχαν διασταυρώσει τα ξίφη τους πρόσφατα για το «μοντέλο Τριαντόπουλου» (απευθείας παραπομπή στο δικαστικό συμβούλιο χωρίς Προανακριτική την οποία υποστήριξε ο Αλιβιζάτος) συνεχίζοντας μια ιστορική κόντρα, που ανάγεται στο 1985 και την ψήφο Αλευρά (αν μπορούσε να ψηφίσει για την εκλογή Σαρτζετάκη ως εκτελών χρέη ΠτΔ, όπως υποστήριξε και επέβαλε ο Βενιζέλος).
Κινεζικό ημερολόγιο;
Ενα ανέκδοτο που θυμάται ο Ν. Αλιβιζάτος όταν συμμετέχει σε τέτοιες συζητήσεις αναφέρεται στην ερώτηση ενός φοιτητή του, αν υπάρχει άρθρο του Συντάγματος που να επιδέχεται μόνο μιας ερμηνείας. Ο Αλιβιζάτος επικαλέστηκε το άρθρο 53 που ορίζει ότι οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη, με τον αυθάδη φοιτητή να αναρωτιέται αν η διάρκεια της χρονιάς μπορεί να μετρηθεί και με βάση το κινεζικό ημερολόγιο.

