Σε μια συνέντευξη που κινήθηκε από τις ελληνοτουρκικές ισορροπίες και τη θέση της Ελλάδας στο νέο ευρωατλαντικό περιβάλλον έως τις θεσμικές τομές στο εσωτερικό, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε το πλαίσιο της στρατηγικής του για την επόμενη περίοδο.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ και στον Αλέξη Παπαχελά, τοποθέτησε πριν από τις 15 Φεβρουαρίου τη συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, επαναλαμβάνοντας ότι «μία και μόνο» μεγάλη διαφορά υπάρχει, «η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας».
Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι δεν έχει «κάποια επίσημη ενημέρωση» για πιθανό ταξίδι του Ντόναλντ Τραμπ στην Ελλάδα, σημειώνοντας ωστόσο ότι σε έναν κόσμο «γεμάτο αβεβαιότητες» είναι «απολύτως κατανοητό» να υπάρχει ανησυχία στην ελληνική κοινωνία για την πορεία της χώρας, της Ευρώπης και για το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις Ε.Ε. και ΗΠΑ.
Είπε ότι στόχος είναι να εξηγηθεί «με απλά λόγια» η στρατηγική της Ελλάδας, ώστε να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματά της και να παραμείνει «πόλος σταθερότητας σε μία ταραγμένη περιοχή».
Απαντώντας σε ερώτηση για το αν τον προβληματίζει το ενδεχόμενο αμερικανικής μεσολάβησης στα ελληνοτουρκικά, λόγω της σχέσης Τραμπ – Ερντογάν, ήταν κατηγορηματικός: «Οχι, δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτές τις ανησυχίες».
Τόνισε ότι η Ελλάδα έχει «στρατηγική σχέση» με τις ΗΠΑ, ότι ο ίδιος γνωρίζει τον πρόεδρο Τραμπ από την πρώτη θητεία του και ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις «βρίσκονται στο καλύτερο σημείο που ήταν ποτέ», υπογραμμίζοντας ότι δεν εξαντλούνται στο επίπεδο του προέδρου και του γραφείου του αλλά αφορούν «διαχρονικές και σταθερές σχέσεις» και με το Κογκρέσο και με άλλους πόλους εξουσίας.
Η συνέντευξη Μητσοτάκη
Η λεπτό προς λεπτό κάλυψη της συνέντευξης Μητσοτάκη
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε «θετική αναγνώριση» τη δήλωση του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν.
Τόνισε επίσης τη σημασία του ότι μπορεί να συνομιλεί απευθείας με τον πρόεδρο Ερντογάν και είπε ότι δεν συζητούν μόνο τα ελληνοτουρκικά, αναφέροντας πως η Ελλάδα θα είχε διάθεση να αναπτύξει πρωτοβουλίες στην ευρύτερη περιοχή, ακόμη και το ενδεχόμενο «μιας ευρύτερης περιφερειακής διάσκεψης» με συμμετοχή και της Τουρκίας.

«Γκρίζες ζώνες» και casus belli
Ερωτηθείς για «γκρίζες ζώνες» και αποστρατικοποίηση, είπε ότι «για την Ελλάδα είναι θέματα τα οποία δεν υφίστανται», προσθέτοντας πως η χώρα «δεν πρόκειται ποτέ να μπει σε τέτοια συζήτηση».
Ξεκαθάρισε όμως ότι «όσο υπάρχει το casus belli η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση», λέγοντας ότι αυτός ο στόχος επιτεύχθηκε «εκ του αποτελέσματος».
Υπογράμμισε ότι ο σκοπός δεν είναι ο αποκλεισμός της Τουρκίας «στο διηνεκές», αλλά η αξιοποίηση αυτού του «διαπραγματευτικού χαρτιού» ώστε να πειστεί η Τουρκία πως οι διεκδικήσεις της είναι «παντελώς άστοχες και αχρείαστες».
Για τη NAVTEX που εξέδωσε η Τουρκία, υποστήριξε ότι η Ελλάδα «δεν θα χρειαστεί να πάρει άδεια από κανέναν» για έργα όπως μια ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ ελληνικών νησιών στο Αιγαίο.
Σε ερώτημα για την Κάσο, είπε ότι «δεν υπήρξε καμία εκκρεμότητα ούτε δημιουργήθηκε και κάποιο τετελεσμένο».
Χωρικά ύδατα
Υπενθύμισε ότι επί της κυβέρνησής του η Ελλάδα «έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο», λέγοντας ότι «μεγάλωσε η Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια».
Τόνισε ότι το δικαίωμα επέκτασης έως τα 12 μίλια «είναι αναφαίρετο» και ότι «θα ασκηθεί όταν κρίνουμε ότι είναι οι πιο κατάλληλες συνθήκες», αποφεύγοντας περαιτέρω δημόσια συζήτηση.
Αναγνώρισε ότι στο παρελθόν «ενδεχομένως» υπήρξαν ευκαιρίες για επίλυση σε εποχές μικρότερης έντασης, αλλά είπε ότι το ζητούμενο είναι «τι γίνεται τώρα». Περιέγραψε ως δική του υποχρέωση να «ενισχύω τη διαπραγματευτική θέση» της χώρας και να την κρατά «ασφαλή».
Ανέφερε κινήσεις του τελευταίου χρόνου όπως τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και τον εθνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, καθώς και την ανάδειξη της Ελλάδας ως «σημαντικού γεωστρατηγικού παίκτη» στον τομέα της ενέργειας.
Είπε ότι η Ελλάδα «εξοπλίζεται» όχι σε μόνιμη αντιδιαστολή με την Τουρκία αλλά επειδή οι ισχυρές Ενοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα.
Διατύπωσε τη φράση «ισχύς των αξιών μας» αλλά και «αξία της ισχύος μας», λέγοντας ότι και τα δύο πρέπει να συμβαίνουν ταυτόχρονα.

Η σχέση με το Ισραήλ
Για τη σχέση με το Ισραήλ, είπε ότι οικοδομήθηκε από προηγούμενες κυβερνήσεις και έχει «μεγάλο στρατηγικό βάθος». Τόνισε ότι δεν τη βλέπει ως ανταγωνιστική σχέση Ελλάδας – Τουρκίας ή Ισραήλ – Τουρκίας και ότι όσοι την παρουσιάζουν έτσι «κάνουν μεγάλο λάθος».
Ανέφερε συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας και δυνατότητες ειδικά σε συστήματα αεράμυνας, ενώ σημείωσε ότι η Ελλάδα υποδέχεται «παραπάνω από 1 εκατομμύριο επισκέπτες από το Ισραήλ».
Στην κριτική ότι η Ελλάδα «το τράβηξε» με τη Ρωσία, απάντησε ότι η στήριξη της Ουκρανίας υπαγορεύτηκε από το Διεθνές Δίκαιο και από «στενά εθνικά συμφέροντα», λέγοντας ότι η Ελλάδα όφειλε να στηρίξει τον «αμυνόμενο απέναντι στον επιτιθέμενο».
Αντέκρουσε επίσης την κριτική ότι η Ελλάδα δεν θα είχε δίαυλο επικοινωνίας με τις ΗΠΑ στη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης Τραμπ, συνδέοντας την αξία της χώρας με τον ενεργειακό της ρόλο. Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής του ήταν ο «Κάθετος Διάδρομος», τον οποίο παρουσίασε ως στρατηγική κατεύθυνση για την ενεργειακή ασφάλεια.

Καμία επίπτωση σε Ολγα Κεφαλογιάννη
Στα εσωτερικά, αναφέρθηκε στη διάταξη για τη συνεπιμέλεια που προκάλεσε αντιδράσεις, λέγοντας ότι «πέρασε από την κανονική νομοθετική διαδικασία», ψηφίστηκε από περισσότερους βουλευτές από την κυβερνητική πλειοψηφία και η εισήξηση έγινε από το υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ τη χαρακτήρισε «σωστή».
Για το πώς έγινε χρήση της διάταξης από την Ολγα Κεφαλογιάννη, είπε ότι δεν θα το σχολιάσει, καθώς είναι προσωπικό θέμα «και υπάρχουν και παιδιά στη μέση», προσθέτοντας ότι διαχωρίζει τη χρήση από τη διάταξη και ότι όταν κάποιος κατέχει δημόσιο αξίωμα πρέπει να προσέχει «και τις εντυπώσεις».
Ερωτηθείς αν θα υπάρξουν πολιτικές επιπτώσεις, απάντησε αρνητικά.

Ορόσημο η Συνταγματική Αναθεώρηση
Απάντησε στην κριτική περί παθογενειών που μένουν ανέπαφες, λέγοντας ότι «αλλάζουμε πολλά από αυτά» και ότι η σύγκρουση με το «βαθύ κράτος» είναι κεντρική προτεραιότητα της δεύτερης τετραετίας.
Ανέφερε ως βασική μεταρρύθμιση το ψηφιακό κράτος (gov.gr), την επιτάχυνση έκδοσης συντάξεων, τη μετάπτωση των πολεοδομιών στο Κτηματολόγιο, την αξιολόγηση δημοσίων υπαλλήλων και τα μπόνους απόδοσης.
Είπε ότι οι αλλαγές είναι «σύνθετη άσκηση» που απαιτεί «επιμονή και υπομονή», με «μάχες που κερδίζουμε και μάχες που χάνουμε».
Συνέδεσε τη Συνταγματική Αναθεώρηση με το 2030, που χαρακτήρισε «πολύ σημαντικό ορόσημο», καθώς τότε συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, λέγοντας ότι φιλοδοξία του είναι να έχουν κλείσει «οι εκκρεμότητές μας με το πελατειακό κράτος».
Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ είπε ότι ήταν «χαμένη μάχη» και ότι «κόψαμε τον γόρδιο δεσμό», εκφράζοντας βεβαιότητα ότι η μεταφορά των πληρωμών στην ΑΑΔΕ δίνει αυξημένα εχέγγυα διαφάνειας και δικαιοσύνης. Παραδέχθηκε ότι, εκ των υστέρων, θα ήθελε να είχε γίνει νωρίτερα, αλλά υποστήριξε ότι δεν μπορεί να ειπωθεί πως δεν έγινε.

Στο πλαίσιο της Συνταγματικής Αναθεώρησης, έθεσε ως κρίσιμα ζητήματα τη σύνδεση μονιμότητας με αξιολόγηση, τη συνταγματική κατοχύρωση δημοσιονομικής σταθερότητας και την αλλαγή του άρθρου 86.
Είπε ότι η προθεσμία παραγραφής έχει ήδη αλλάξει από την κυβέρνησή του και ότι το βασικό πρόβλημα είναι η λειτουργία της προανακριτικής:
«Δεν μπορεί να έχουμε την απαίτηση από τη Βουλή να κάνει τη δουλειά που θα έκανε ένας εισαγγελέας».
Εξέφρασε τη θέση ότι η δίωξη πρέπει να ασκείται από εισαγγελείς, με δικλίδες ασφαλείας και ενδεχομένως έναν ρόλο για τη Βουλή, αλλά όχι προανακριτική που τεκμηριώνει την άσκηση δίωξης.
Για τη μονιμότητα, είπε ότι υπάρχει τρόπος θεσμικής θωράκισης και σημείωσε ότι η τρέχουσα Βουλή είναι η «προτείνουσα» ενώ η επόμενη θα διατυπώσει το τελικό άρθρο 103.
- Επισήμανε ότι στο Σύνταγμα σήμερα δεν υπάρχουν έννοιες όπως η αξιολόγηση, η κλιματική κρίση ή η τεχνητή νοημοσύνη και ότι εξακολουθεί να υπάρχει απαγόρευση για μη κρατικά πανεπιστήμια, λέγοντας πως «έχει έρθει η ώρα» να συζητηθούν με «θάρρος» και «διάθεση συναίνεσης».

«Εφικτός στόχος η αυτοδυναμία»
Δήλωσε ότι «δεν θα αλλάξει ο εκλογικός νόμος», υποστηρίζοντας ότι είναι σημαντικότερο να κατοχυρωθεί η θεσμική σταθερότητα και οι κανόνες του παιχνιδιού να μην είναι υπό διαπραγμάτευση.
Επανέλαβε ότι πιστεύει στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις και ότι αν ο λαός δεν υποδείξει αυτοδυναμία, θα σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας, καθώς «η χώρα δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητη».
Σε ερώτηση για το αν είναι εφικτή αυτοδυναμία, ανέφερε ότι οι δημοσκοπήσεις πριν από τις εκλογές του 2023 τον τοποθετούσαν στο 33%-34% και τελικά πήρε 41%, λέγοντας ότι ο στόχος είναι εφικτός.
Για το ενδεχόμενο οι επόμενες εκλογές να εξελιχθούν σε δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος», απέρριψε κατηγορηματικά αυτό το σχήμα, λέγοντας ότι το πραγματικό δίλημμα είναι «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης ή Κωνσταντοπούλου ή Βελόπουλος», υπογραμμίζοντας ότι δεν συγκρίνει τον εαυτό του με το χάος αλλά με τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Σημείωσε ότι υπάρχουν ψηφοφόροι που σήμερα στηρίζουν το ΠΑΣΟΚ, συμφωνούν σε έναν βαθμό με κυβερνητικές πολιτικές, αλλά αιφνιδιάζονται όταν βλέπουν το κόμμα «να γίνεται ουρά της κ. Κωνσταντοπούλου» και να ταυτίζεται, όπως είπε, με έναν πιο ακραίο λόγο χωρίς προτάσεις.
Θυμός και αυτοκριτική για Τέμπη
Αναγνώρισε ότι υπάρχει θυμός στην κοινωνία, απορρίπτοντας όμως τους αφορισμούς. Υποστήριξε ότι ακόμη και όσοι θεωρούνται αντισυστημικοί έχουν παράπονα «που δεν είναι αδικαιολόγητα», αν και συχνά προτείνουν «ανεφάρμοστες» λύσεις.
Για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, είπε ότι αν οι πολίτες το πιστεύουν, «σίγουρα έχουμε κι εμείς σε έναν βαθμό την ευθύνη», προσθέτοντας ότι είναι και παγκόσμιο πρόβλημα.
Μίλησε επίσης για αλλαγές στη Δικαιοσύνη, όπως η τεχνολογία για επιτάχυνση αποφάσεων και η κατάργηση των Ειρηνοδικείων, λέγοντας ότι όταν κάποιος χρειάζεται πέντε χρόνια «να βρει το δίκιο του» είναι δύσκολο να έχει εμπιστοσύνη.
Σε ερώτηση για το αν μετανιώνει για κάτι, είπε ότι για τον ΟΠΕΚΕΠΕ «έπρεπε να είχα τολμήσει νωρίτερα».
Είπε επίσης ότι έχει μετανιώσει που άφησε να ριζώσουν «οι θεωρίες των ξυλολίων» μετά τα Τέμπη και ότι δεν απάντησαν «με θάρρος και με τόλμη πολύ νωρίτερα».
«Η Ευρώπη ξύπνησε»
Περιέγραψε ως «παράδοξη» τη συγκυρία κατά την οποία, όπως τέθηκε στο ερώτημα, Ευρωπαίοι ηγέτες συζητούν «πίσω από κλειστές πόρτες» αν η Αμερική είναι φίλος ή εχθρός.
Ο ίδιος είπε ότι εξακολουθεί να θεωρεί τις ΗΠΑ «φίλο» και ότι θα συνεχίσει να «προστατεύει και να υπερασπίζεται» τη διμερή στρατηγική σχέση.
Ταυτόχρονα, υποστήριξε ότι όσα συνέβησαν «το τελευταίο διάστημα» λειτούργησαν ως «πολύ απότομο και έντονο “ξυπνητήρι” για την Ευρώπη».
Στο πλαίσιο αυτό, είπε ότι η Ελλάδα βρέθηκε «μπροστά από τις εξελίξεις» σε δύο πεδία: στο μεταναστευτικό και στη συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία.
Στο σκέλος της ευρωπαϊκής άμυνας, ανέφερε ότι είχε θέσει σε συζητήσεις -και με τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν– το ερώτημα αν η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει «τον δικό της αμυντικό πυλώνα», πέρα από τη σχέση με το ΝΑΤΟ.
Επικαλέστηκε το άρθρο 42 της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το οποίο χαρακτήρισε «ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής», λέγοντας ότι το έβαλε «ευθέως στην ατζέντα» και ότι δεν μπορεί να συζητείται η στρατηγική αυτονομία χωρίς η Ευρώπη να δεσμευτεί πως υπερασπίζεται όσα «ήδη υπάρχουν στις Συνθήκες».
Ο κ. Μητσοτάκης είπε ακόμη ότι η Ελλάδα, «χωρίς να υπονομεύσουμε τη στρατηγική μας σχέση με τις ΗΠΑ», είναι «πρωταγωνιστής» στη συζήτηση για τη στρατηγική ευρωπαϊκή αυτονομία, και εκτίμησε ότι θα ακολουθήσει «πολύ ενδιαφέρον Ευρωπαϊκό Συμβούλιο» με αντικείμενο την ανταγωνιστικότητα και την ενέργεια.
Επανέλαβε την πεποίθηση ότι η σχέση με τις ΗΠΑ θα διαφυλαχθεί, προσθέτοντας όμως ότι, κατά τη γνώμη του, ο Ντόναλντ Τραμπ «είχε δίκιο» όταν έλεγε πως η Ευρώπη «δεν ασχολείται με την άμυνά της», επειδή -όπως το διατύπωσε- «είχε εκχωρήσει την άμυνά της στις ΗΠΑ».
Σημείωσε ότι η Ελλάδα, λόγω γεωγραφικών συνθηκών, δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία και ότι η Ευρώπη «ξύπνησε», εκτιμώντας πως η αίσθηση του κατεπείγοντος θα οδηγήσει σε αποφάσεις που πριν από λίγα χρόνια θα ήταν δύσκολες.
Στην τελευταία ερώτηση για το αν μια χώρα που βασίζεται στο Διεθνές Δίκαιο χάνει έδαφος σε έναν συναλλακτικό κόσμο, επανέλαβε το σχήμα «ισχύς των αξιών» -που, όπως είπε, θα συνεχίσει να υπερασπίζεται- μαζί με την «αξία της ισχύος μας», υπογραμμίζοντας ότι «επενδύουμε στην ισχυρή Ελλάδα αυτή τη στιγμή, σε όλα τα επίπεδα».
Πρόσθεσε ότι το Διεθνές Δίκαιο παραμένει σημείο αναφοράς, ότι πιστεύει πως η πολυμέρεια «δεν έχει πεθάνει» και ότι ακόμη και ο ΟΗΕ, παρότι «σε έναν βαθμό απαξιωμένος», έχει «σημαντικό ρόλο».

