Στο Μέγαρο Μαξίμου δεν μπορεί παρά να ήξεραν, πριν από την έναρξη της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, ότι η αναγκαία πλειοψηφία των 180 δεν πρόκειται να εξασφαλιστεί στις δύο ψηφοφορίες που θα γίνουν στη Βουλή, πιθανότατα, την άνοιξη. Ετσι, μετά τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης (όσες εκλογές και αν μεσολαβήσουν) δεν θα αρκεί η απλή πλειοψηφία για την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο ή για την κατάργηση της ασυλίας των υπουργών.
Επειδή το αδιέξοδο ήταν προεξοφλημένο, τo blame game (παιχνίδι καταλογισμού ευθυνών) για την αδυναμία εξασφάλισης συναίνεσης ξεκίνησε πριν από τον διάλογο μεταξύ των κομμάτων, με προειδοποιήσεις από την πλευρά της κυβέρνησης προς την αντιπολίτευση ότι θα κριθεί από την ιστορία και τους πολίτες και με αντίστροφες επικρίσεις προς τη Ν.Δ. για «καταπάτηση θεσμών» (ΠΑΣΟΚ) μέχρι «υποκρισία» (ΣΥΡΙΖΑ) και «μπάζωμα» (Νέα Αριστερά).
Αλλωστε, ο επιφανέστερος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της αντιπολίτευσης, ο Ευ. Βενιζέλος, είχε διατυπώσει από τον Δεκέμβριο το βασικό επιχείρημα στο οποίο θα στηριχθεί η άρνηση συναίνεσης: Ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του, το πρόβλημα της ελληνικής δημοκρατίας είναι η κρίση των θεσμών και όχι το περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων.
Ηταν μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση ότι λίγες ώρες μετά το διάγγελμα του πρωθυπουργού, ο Ευ. Βενιζέλος παρουσίαζε στην Κομοτηνή, μαζί με τον επικεφαλής της οργανωτικής επιτροπής του συνεδρίου της Ν.Δ. Θ. Ρουσόπουλο, έναν συλλογικό τόμο για την τεχνητή νοημοσύνη και τη δημοκρατία, που επιμελήθηκε ο Ευ. Στυλιανίδης, ο οποίος θα εκπροσωπήσει τη Ν.Δ. στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Ηταν αυτός ένας συμβολισμός συναίνεσης; Κάθε άλλο. Παρά την ευχάριστη ατμόσφαιρα μεταξύ τους, το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να δείξει εποικοδομητική διάθεση για να μη δημιουργηθούν εντυπώσεις δυνατότητας μετεκλογικής κυβερνητικής συνεργασίας με τη Ν.Δ.
Βαθιά καχυποψία και εριστικότητα
Προφανές είναι ότι δεν υπάρχει η αναγκαία εμπιστοσύνη για να δημιουργηθούν συνθήκες στοιχειώδους συνεννόησης. Το αντίθετο περισσεύει: βαθιά καχυποψία και εριστικότητα. Για την ακρίβεια, στη Χαριλάου Τρικούπη αμφισβητούν τις ίδιες τις προθέσεις του πρωθυπουργού, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της πρότασής του για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Η άποψη που επικρατεί στην αξιωματική αντιπολίτευση είναι ότι η πρωτοβουλία του Κ. Μητσοτάκη αποσκοπεί:
- στον αποπροσανατολισμό με μετακίνηση της ατζέντας της δημόσιας συζήτησης από την ακρίβεια, τα σκάνδαλα και τα προβλήματα της καθημερινότητας στα θεσμικά
- στην ανάδειξη εσωκομματικών διαφωνιών στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ με διαφορετικές προσεγγίσεις στελεχών
- στην ενίσχυση της επιρροής του πρωθυπουργού στον χώρο του Κέντρου με επίδειξη μεταρρυθμιστικής βούλησης και καταγγελία του ΠΑΣΟΚ για στείρο αρνητισμό
- στην ανάπτυξη ενός μακροπρόθεσμου σχεδιασμού για να προβληθεί η Ν.Δ. ως πολιτική δύναμη σταθερότητας και σύνθεσης.
Οι «γραμμές» στο ΠΑΣΟΚ
Η αλήθεια είναι ότι στο ΠΑΣΟΚ θα δυσκολευτούν να συντάξουν μια πρόταση κοινά αποδεκτή για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Οι βουλευτές Νάντια Γιαννακοπούλου και Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, για παράδειγμα, είχαν εκφράσει διαφωνίες με την κομματική γραμμή για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, ενώ η Αννα Διαμαντοπούλου είχε δηλώσει (2024) ότι αν ήταν βουλευτής θα ψήφιζε το ν/σ Πιερρακάκη. Βέβαια, ο Γιώργος Παπανδρέου που υπήρξε ιστορικός υποστηρικτής των μη κρατικών πανεπιστημίων (από το 2004) έκανε στροφή όταν ήρθε η ώρα της ψηφοφορίας, δείχνοντας στην πράξη ότι η ιδεολογική συνέπεια μπορεί εύκολα να ξεθωριάσει στο όνομα του κομματικού πατριωτισμού. Παρ’ όλα αυτά, το αν και σε ποιο βαθμό θα δημιουργηθεί εσωκομματική αναστάτωση στο ΠΑΣΟΚ θα εξαρτηθεί από τη γενικότερη ατμόσφαιρα και την ικανότητα της ηγεσίας να τη συγκρατήσει.
Βέβαια, η συζήτηση για τη συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο ή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών εκ των πραγμάτων θα αναμοχλεύσει αντιθέσεις ανάμεσα στην εκσυγχρονιστική και τη λαϊκιστική τάση του ΠΑΣΟΚ που, γενικά, καταφέρνουν να συνυπάρχουν (σχεδόν) αρμονικά.

