Σφοδρή κριτική στον Γιάνη Βαρουφάκη για δήλωσή του πως η λήψη χαπιού ecstasy ήταν μία «καταπληκτική εμπειρία» άσκησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης.
«Νομίζω ότι η λέξη ντροπή είναι επιεικής. Αηδία, ντροπή. Είναι κάτι αποκρουστικό. Δεν το πίστευα μέχρι να το δω. Υπάρχουν γονείς οι οποίοι έχουν χάσει παιδιά από τα ναρκωτικά, φίλοι που έχουν χάσει φίλους τους, παιδιά τα οποία παλεύουν, άνθρωποι που παλεύουν για να κερδίσουν πίσω τη ζωή τους -είναι αξιέπαινα- και υπάρχουν και γονείς που δεν θα κοιμηθούν πολλά βράδια για τα δικά τους παιδιά», δήλωσε σχετικά σε συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό Mega.
«Δεν υπάρχει καλό ναρκωτικό»
Αναφερόμενος στον Γ. Βαρουφάκη, ο κ. Μαρινάκης πρόσθεσε: «Ο άνθρωπος αυτός είχε τις τύχες της οικονομίας της χώρας μας, με απόφαση ενός άλλου ανθρώπου, του κυρίου Τσίπρα. Για να καταλάβουμε τι πήγαμε να πάθουμε. Αλλά αφήνω στην άκρη αυτούς όλους και κυρίως τον κύριο Βαρουφάκη, γιατί είναι ατομική η δήλωση, δεν συμπαρασύρει και επιλογές προ δεκαετίας, αλλά είναι σημαντικό να θυμίσουμε ποιος αποφάσιζε για την οικονομία της χώρας μας. Τον αφήνουμε στην άκρη και απευθύνομαι σε όλους αυτούς τους γονείς και σε όλα αυτά τα παιδιά, καμία μάχη δεν είναι χαμένη. Να παλέψουν, να αναζητήσουν τους φορείς οι οποίοι μπορούν να τους υποστηρίξουν και να κερδίσουν πίσω τη ζωή τους. Οχι, δεν υπάρχει καλό ναρκωτικό. Το ναρκωτικό σκοτώνει, έστω και η δοκιμή μπορεί να σου τελειώσει τη ζωή. Ολα αυτά πρέπει όλοι μαζί, σε όποιο κόμμα κι αν ανήκουμε, στη Δεξιά, στην Αριστερά, στο Κέντρο, ως κοινωνία να τα απομονώσουμε και τέτοιες φωνές να τις στείλουμε στο περιθώριο».
Με φόντο την έρευνα για τις δηλώσεις Βαρουφάκη, ο κ. Μαρινάκης ρωτήθηκε αν τίθεται θέμα παραβίασης νόμων.
«Μπορεί να ερευνηθεί νομικά μία έμμεση προτροπή σε κάτι τέτοιο, επειδή είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει και πολιτικό φορέα. Είναι οριακό νομικά, σίγουρα, πολιτικά, κοινωνικά, ηθικά είναι κάτι παραπάνω από αποκρουστικό και χυδαίο και επικίνδυνο. Το κυριότερο είναι το επικίνδυνο», τόνισε και πρόσθεσε: «Εμείς δεν θα μπλέξουμε σε αυτό, υπάρχει διάκριση των εξουσιών. Η αξιολόγηση θα γίνει από τις εισαγγελικές αρχές. Δεν γνωρίζω εάν είναι ποινικό. Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να κάνω εγώ τον εισαγγελέα και, αν πω την άποψή μου, έχω άποψη εκ του επαγγέλματός μου – δεν θεωρώ ότι θεσμικά είναι σωστό, γιατί είναι σαν να προτρέπω τη Δικαιοσύνη εκπροσωπώντας μία άλλη εξουσία, την εκτελεστική εξουσία, τι να κάνει. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς ξέρουν καλύτερα από εμάς».

