Το ζήτημα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων ήρθε στην επιφάνεια τον περασμένο Αύγουστο. Eξι μήνες μετά, οι πάντες γνωρίζουν πως κάτι επιλήψιμο έχει συμβεί. Η μεγάλη πλειοψηφία έχει ενοχληθεί από το γεγονός. Αρκετοί (και ψηφοφόροι της Ν.Δ.) δεν έχουν πειστεί από τους κυβερνητικούς χειρισμούς. Πολύ λιγότεροι όμως φαίνεται να αλλάζουν στάση λόγω του συγκεκριμένου γεγονότος. Οι διαφοροποιήσεις στις δημοσκοπικές τάσεις αυτού του εξαμήνου είναι περιορισμένες, ενώ η όποια φθορά της κυβέρνησης μοιάζει να οφείλεται περισσότερο στην πληθωριστική – ενεργειακή κρίση και λιγότερο στο ζήτημα αυτό.
Το ότι η υπόθεση των παρακολουθήσεων δεν έχει αποδειχθεί καταλύτης πολιτικών εξελίξεων δεν οφείλεται στην έλλειψη συζητήσεων γύρω από αυτή, αλλά στις διαφορετικές ιεραρχήσεις της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων ως προς τα κριτήρια διαμόρφωσης ψήφου. Δεν είναι όμως ένα ζήτημα αδιάφορο, καθώς η διαχείρισή του (το ύφος, οι τόνοι, η συνολική προσέγγισή του) μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερες παρενέργειες από ό,τι το ίδιο το ζήτημα.
Μια προσέγγιση που θα εξέπεμπε κυνισμό και αλαζονεία θα επηρέαζε τους δείκτες αξιοπιστίας, συμπάθειας, ψυχικών ταυτίσεων κ.ά., που αποτελούν καθοριστικά κριτήρια ψήφου. Οπως, αντίστροφα, μια προσέγγιση με όρους ακραίας πολιτικής έντασης προκαλεί αντισυσπειρώσεις, ακόμη και μεταξύ εκείνων των (φιλοκυβερνητικών) ψηφοφόρων που έχουν ενοχληθεί από όσα έχουν συμβεί, οι οποίοι σε ένα λιγότερο τοξικό περιβάλλον ίσως είχαν κλονιστεί περισσότερο.
Η πρόσφατη πρόταση δυσπιστίας, η ανακοίνωση για αποχώρηση από τις ψηφοφορίες της Βουλής, αλλά και η συνολική όξυνση της ρητορικής του, δείχνουν ότι είναι στρατηγική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να κλιμακώσει την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση με επίκεντρο ζητήματα διαφάνειας και θεσμικής λειτουργίας του κράτους.
Σε κάποιο βαθμό η στρατηγική αυτή μοιάζει αυτονόητη. Ο κ. Τσίπρας, βάσει όλων των έως σήμερα δημοσιευμένων δημοσκοπήσεων, υστερεί έναντι του κ. Μητσοτάκη σε όλους τους «σκληρούς» δείκτες κυβερνησιμότητας. Καταλληλότητα για πρωθυπουργός, ικανότητα διαχείρισης κρίσεων, ζητήματα οικονομίας και ανάπτυξης, ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και εκπροσώπησης της χώρας. Επιχειρεί συνεπώς να φέρει την αντιπαράθεση, από το «ποιος μπορεί να χειριστεί καλύτερα τα ζητήματα» (όπου φαίνεται να υστερεί), στο «ποιος μπορεί να προστατεύσει την ποιότητα της δημοκρατίας μας» (όπου τα δύο κόμματα είναι στα ίδια περίπου –χαμηλά– επίπεδα). Ενώ παράλληλα μέσω της πόλωσης προσδοκά να διεμβολίσει τους όμορους χώρους, αλλά και να αξιοποιήσει τις ικανότητες του τέως πρωθυπουργού να κάνει εκλογικές καμπάνιες σε ταραγμένο πολιτικό τοπίο.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να φέρει την αντιπαράθεση, από το «ποιος μπορεί να χειριστεί καλύτερα τα ζητήματα», στο «ποιος μπορεί να προστατεύσει την ποιότητα της δημοκρατίας μας».
Είναι ωστόσο μια στρατηγική και με προφανείς αδυναμίες. Κατ’ αρχάς, το σημερινό πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον δεν έχει σχέση με αυτό των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας. Οι διαψεύσεις που μεσολάβησαν και η τωρινή κατάσταση της χώρας καθιστούν ξεπερασμένες τις ρητορικές και μεθόδους της περιόδου εκείνης.
Καθαρά εκλογικά, το μείζον πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η συσπείρωσή του –όπως ενδεχομένως πιστεύουν κάποιοι–, αλλά η δυσκολία προσέλκυσης καινούργιων ψηφοφόρων. Οι εισροές σε αυτόν από άλλα κόμματα, και ιδίως οι απευθείας μετακινήσεις από τη Ν.Δ., είναι ελάχιστες. Πόσο επωφελής είναι μια στρατηγική όξυνσης, με επίκεντρο ένα συγκεκριμένο ζήτημα, η οποία αυξάνει μεν τη συσπείρωση ενός δεδομένου κοινού, αλλά –όπως έχει ήδη αποδειχθεί αυτούς τους 6 μήνες– δεν έχει ανάλογο αντίκτυπο στα κρίσιμα εκλογικά κοινά;
Κυρίως, όμως, η στρατηγική της έντασης συνοδεύεται από κάποιες ενέργειες που μπορεί να παραπέμπουν στις εκλογικά ένδοξες ημέρες του ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα ωστόσο παράγουν περισσότερο αντισυσπειρώσεις παρά οφέλη.
Οι ρίζες του «αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύματος» (που στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν παραδεχθεί ότι είχαν υποτιμήσει και είναι αμφίβολο αν έχουν επαρκώς αναλύσει) δεν εντοπίζονται στην πολιτική του μετά τον Σεπτέμβριο 2015, αλλά στα όσα είχαν προηγηθεί πριν από την άνοδό του στην κυβέρνηση και στο πρώτο εξάμηνο του 2015. Οταν η εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για «εκβιαζόμενο ΠΑΣΟΚ» αν τολμήσει να συνεργαστεί με τη Ν.Δ., όχι μόνο δεν βοηθάει την προσέγγιση ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θυμίζει τον τότε ισχυρισμό του ΣΥΡΙΖΑ ότι ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. υπέγραφαν τα μνημόνια όχι επειδή δεν υπήρχε εναλλακτική για τη χώρα, αλλά επειδή «οι δανειστές τούς εκβίαζαν με τα σκάνδαλα της Siemens και τη λίστα Λαγκάρντ». Και όταν ο πρόεδρός του ανακοινώνει την αποχώρηση από τις ψηφοφορίες της Βουλής, θυμίζει τον ακτιβισμό των πλατειών και των δημοψηφισμάτων, αλλά και των διαψεύσεων που ακολούθησαν. Αντισυσπειρώνει έτσι όσους κάποτε συγκρότησαν το «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο» –σε μια περίοδο μάλιστα που αυτό έμοιαζε να ατονεί–, περιορίζοντας έτσι ουσιαστικά τη φθορά που θα μπορούσε να έχει η Ν.Δ. Καθώς μάλιστα προκαλούνται αντανακλαστικά κάποιοι συνειρμοί, υπενθυμίζοντας ο ΣΥΡΙΖΑ παλαιότερες διαψεύσεις ουσιαστικά υπονομεύει και τις σημερινές του υποσχέσεις.
Μιλάμε, συνεπώς, για μια στρατηγική που ταιριάζει περισσότερο στην πολιτική ψυχοσύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ και λιγότερο στις πολιτικές του ανάγκες.
Ο κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας.

