Θα μπορούσε κανείς με ευκολία να βάλει στοίχημα: η «Μεγάλη Βρετάννια» απόψε φιλοξενεί το γάμο της χρονιάς. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η ουρά καλεσμένων που ξεχειλίζει στα σκαλάκια και πλημμυρίζει το λόμπι αναγκάζοντας τους γκρουμ να κάνουν κύκλο τις βαλίτσες μήπως και φθάσουν κάποτε στο ασανσέρ; Μόνο που, όποιος έβαζε στοίχημα, θα το έχανε. Διότι στο τέλος της ουράς, σε ρόλο μοναχικού νεόνυμφου, υποδέχεται το εορταστικό εκκλησίασμα ο Βύρων Πολύδωρας. Με όλες τις αποχρώσεις του μπλε στη γραβάτα (προφανώς για να καλωσορίσει όλων των αποχρώσεων τους οπαδούς) και με τα αυλάκια της χτένας να κοσμούν τη μπριγιαρισμένη κώμη του, τραντάζει τώρα διά της μεθόδου της χειραψίας μια νεαρά της οποίας η «D&G» τσάντα σείεται σαν σε σεισμό. «Γιατρέ μου!», της λέει ο Βύρων. «Με έχεις εγκαταλείψει! Δε σε νοιάζει πια για μένα, ή αποφάσισες πως είναι ανήκεστος η βλάβη;». Ενώ η ιατρός ψάχνει το λιγότερο κακό απ’ τα δύο, πίσω της ένας ηλικιωμένος ξεφυσά – «έλα οι μπροστινοί!», κάνει κουνώντας τη μαγκούρα που την έχει τυλίξει με μπλε και άσπρη ταινία για να πετύχει εφέ γαλανόλευκης.
Φως φανάρι: το νέο βιβλίο του κ. Πολύδωρα, είναι μονάχα η αφορμή – αλλιώς δεν εξηγείται το γεγονός πως ουδείς ρίχνει έστω και δεύτερη ματιά στον πάγκο όπου το εν λόγω πόνημα πωλείται. Αντιθέτως, όλοι τρέχουν να προλάβουν τις θέσεις στα ενδότερα. Εκεί, δηλαδή, που αποδεικνύεται ότι ο κ. Πολύδωρας είναι ένας αισιόδοξος άνθρωπος: σε δεκαπέντε απ’ τις μπροστινές θέσεις έχει κολλήσει χαρτάκι που γράφει «Υπουργός», ενώ μπροστά μπροστά υπάρχει και καρέκλα με επιγραφή «τ. Πρωθυπουργός». Μισή ώρα μετά ο κ. Βαΐτσης Αποστολάτος κάθεται στο «τ. Πρωθυπουργός» με ύφος απόλυτα ταιριαστό, ενώ το «υπουργικό συμβούλιο» που απαρτίζεται απ’ τον πάλαι ποτέ «κόκκινο Πάνο» Παναγιωτόπουλο, τον κ. Ν. Γκελεστάθη και τον κ. Π. Μαντούβαλο εγείρει υποψίες πως όσο ήμαστε κλεισμένοι στη Μεγάλη Βρετάννια, εκεί έξω έκανε πραξικόπημα το χρονοντούλαπο της δεξιάς ιστορίας!
Στο βήμα πάντως, η εκδήλωση εξελίσσεται κανονικά: η καθηγήτρια Γεωργία Ξανθάκη – Καραμάνου με τις διαμαντένιες πούλιες στο πουλόβερ αναλύει «το ομόθρησκον, το όμαιμον, το ομόθεον» ώσπου ξαφνικά… «Ελα, θέλουμε τον Πολύδωρα! Τελείωνε!», μια φωνή απ’ το κοινό. Η καθηγήτρια ψάχνει από πού εκτοξεύθηκε το βλάσφημο βέλος – και βλέπει το δημοσιογράφο Γ. Βλάχο σε κατάσταση παροξυσμού. «Τελειώνω…», κάνει φοβισμένη – και πράγματι, υπό την απειλή του στραβωμένου μουστακιού του κ. Βλάχου, τα λογύδρια «μαζεύονται»: Είκοσι λεπτά μετά, ο κ. Πολύδωρας ανεβαίνει στο βήμα.
Αν ο Λαφοντέν δεν είχε αφήσει το μάταιο τούτο κόσμο απ’ το 1695, πολύ θα στενοχωριόταν που απ’ όλη του την πνευματική κληρονομιά ο κ. Πολύδωρας διάλεξε να πει «το ανέκδοτο με το νυσταλέο λαγό και το λιοντάρι που έλεγα στις δίδυμες όταν ήταν μικρά». Αλλά σίγουρα δεν θα στενοχωριόταν τόσο όσο οι δίδυμες κόρες του κ. Πολύδωρα οι οποίες, με το διάδρομο να έχει φρακάρει, έχουν αναγκαστικώς αποκλεισθεί απ’ το χρυσό σαλόνι όπου ο πατέρας τους αγορεύει κάτω απ’ τους έξι χρυσούς πολυελαίους, αποδεικνύοντας έτσι πως δεν είναι τυχαία η συνωνυμία του με τον παλαιό Λόρδο. Ομως ενώ οι δίδυμες νεαρές στο λόμπι παρηγοριούνται χαριεντιζόμενες (η μία δείχνει πολύ ευτυχής ενώ κάνει στροφή γύρω απ’ τον εαυτό της για να θαυμάσει μια παρακείμενη κυρία το συνολάκι που διάλεξε για την περίσταση), στην πύλη του Golden Room πέφτουν κορμιά. Με τη γραβάτα του να έχει φθάσει ώς τον καβάλο απ’ το τράβηγμα, ο κ. Β. Μαγγίνας τελικώς σώζεται από δυο σεκιουριτάδες: η γυναίκα που είχε γαντζωθεί πάνω του ήλπιζε πως αν κρατηθεί γερά θα περάσει κι εκείνη την πόρτα μαζί του!
«27 χρόνια βουλευτίας»
Πλην, ο κ. Πολύδωρας δεν παρατηρεί τίποτε απ’ όλα αυτά. «Με απησχόλησε το θέμα του ημικυκλίου του πολιτικού φάσματος», λέει ενώ με το δεξί μπράτσο ζωγραφίζει ξανά και ξανά ημικύκλια στον αέρα με τρόπο που, αν κάποιος τον έβλεπε χωρίς να τον ακούει, θα θεωρούσε πως μάλλον κάνει το αεροπλανάκι. Λίγο αργότερα, θα μάθουμε για «την ορεινή Ολυμπία που ήμουν εριφιοτρόφος, φύλαγα τα κατσικάκια», μετά για «το Χολαργό που ήμουν μπακαλόγατος στο οικογενειακό μπακάλικο», ενώ ο κ. Πολύδωρας καταλήγει συνοψίζοντας την μέχρι σήμερα καριέρα του με τα «27 χρόνια βουλευτίας» που τα βίωσε με «μηδενική ιδιοτέλεια!».
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, μαρκάρει το ρητορικό κρεσέντο με τον τρόπο που μόνο αυτός ξέρει: πίσω απ’ το πόντιουμ ο κ. Πολύδωρας λυγίζει το δεξί γόνατο ώστε η πατούσα του να πάρει φόρα, και μια στιγμή μετά, πάνω που εκστομίζει το «ιδιοτέλεια!» καρφώνει με δύναμη τη μύτη του λουστρινιού του στο ανυποψίαστο νοβοπάν της εξέδρας. Το «γντουπ!» κάνει τον παρακείμενο σεκιουριτά να τιναχτεί φοβούμενος δολοφονική επίθεση, αλλά μαζί δίνει στους στοιβαγμένους πίσω απ’ την εξέδρα Βυρωνικούς τη μοναδική ευκαιρία να αναγνώσουν το χαραγμένο «Prada» στη σόλα του πολιτευτή.
«Κολληθήτω!»
Πολλά ακόμη εμφατικά «γντουπ!» θα ακολουθήσουν – ο κ. Πολύδωρας σε διάστημα δυο μόλις λεπτών θα μας πει για το μονοπολισμό, το διπολισμό, τον πολυπολισμό («ποιον Πολυδωρισμό;», ακούω έναν γεράκο πίσω μου), τον καιροσκοπισμό, τον τυχοδιωκτισμό, τον τσαρλατανισμό, τον ερανισμό, το μανιχαϊσμό… Σε αυτό το σημείο το κοινό μοιάζει κάπως παραστολισμένο απ’ τους -ισμούς, και πάντως ανίκανο να φωνάξει το παλαιό «σεισμός – σεισμός – φιλελευθερισμός!». Εξ ου και άνευ χειροκροτημάτων, ο κ. Πολύδωρας περνά στο αγαπημένο του χόμπι: το αρχαϊκό name dropping! Ο Μακρυγιάννης, ο Ενγκελς, ο Σόλων, οι αδελφοί Γράκχοι και πλείστοι άλλοι επιφανείς οργώνουν τα ώτα μας, ώσπου λίγο πριν από τη 10η νυχτερινή ο κ. Πολύδωρας καταλήγει στον 136ο ψαλμό του Δαυίδ, χωρίς ευτυχώς να απαγγείλει τους προηγούμενους 135. «Κολληθήτω η γλώττα μου τω λάρυγγί μου εάν μη σου μνησθώ!», λέει αποχαιρετώντας μας. Και μεσ’ τα χειροκροτήματα, «Κολληθήτω! Κολληθήτω!» ακούω έναν παππού να φωνάζει προς την πλευρά του αγαλλιάζοντας, σα να είναι ευχή…

