Μπορεί η κατασκευή του πετρελαιαγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης να πέρασε από 40 κύματα και κάποιες φορές να έμοιαζε μαγική εικόνα, αλλά τελικώς βαίνει προς υλοποίηση. Σήμερα η στρατηγική του σημασία είναι συγκριτικά με το παρελθόν μειωμένη, λόγω και της κατασκευής του αγωγού Μπακού-Τσεϊχάν. Παρ’ όλα αυτά, το έργο, σε συνδυασμό με την επίσκεψη Πούτιν στην Αθήνα (15 Μαρτίου), είναι μία ευκαιρία να δοθεί υλική υπόσταση στη ρητορική περί θερμών ελληνορωσικών σχέσεων.
Το γεγονός ότι στηρίζονται σε ένα πολύ θετικό ιστορικό υπόβαθρο προσφέρει μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης όχι μόνο στο πολιτικό, αλλά και στο οικονομικό πεδίο. Οι δυνατότητες αυτές, όμως, παραμένουν ακόμα σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες, με αποτέλεσμα οι διμερείς σχέσεις να είναι επί της ουσίας καχεκτικές.
Αντιθέτως, ενώ οι ρωσοτουρκικές σχέσεις είναι ιστορικά πολύ βεβαρημένες από διαρκή γεωπολιτικό ανταγωνισμό και αρκετούς πολέμους, σήμερα γνωρίζουν ραγδαία και εντυπωσιακή ανάπτυξη. Πρωτίστως στον οικονομικό τομέα, αλλά αυτό δεν αφήνει ανεπηρέαστο και τον πολιτικό. Ειδικά τώρα, που με την κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού στη Μαύρη Θάλασσα η Τουρκία θα καταστεί στρατηγικής σημασίας παράγοντας για τη μεταφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
Σε αντίθεση με την Αθήνα, η Αγκυρα έχει συνειδητοποιήσει από νωρίς τη σημασία των σχέσεών της με τη Μόσχα και εργάζεται συστηματικά για την αναβάθμισή τους. Η ιστοσελίδα του τουρκικού γενικού επιτελείου φιλοξένησε ολόκληρη τη βαρυσήμαντη ομιλία του Πούτιν στη διάσκεψη του Μονάχου, με την οποία άσκησε οξύτατη κριτική στην αμερικανική πολιτική.
Στη Μόσχα έχει συγκροτηθεί ένα ισχυρό τουρκικό λόμπι. Πολιτικοί, επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί προβάλλουν την ιδέα μιας ρωσοτουρκικής στρατηγικής σχέσης, ακόμα και συμμαχίας. Σύμφωνα, μάλιστα, με ορισμένες πληροφορίες, θετικά διακείμενος προς αυτήν την ιδέα είναι και ο Ιβανόφ, υπουργός Αμυνας και επίδοξος διάδοχος του Πούτιν.
Επιμένει παραδοσιακά…
Προς το παρόν, τουλάχιστον, η παραδοσιακή πολιτική της Ρωσίας για την περιοχή μας δεν έχει ανατραπεί. Παραμένει ετεροβαρής υπέρ της Ελλάδας και της Κύπρου. Υπάρχουν, ωστόσο, οι επανειλημμένες δηλώσεις του Ρώσου προέδρου για την ανάγκη να αρθεί η απομόνωση των Τουρκοκυπρίων, που προκάλεσαν και τις ευχαριστίες του Ερντογάν.
Παρά το γεγονός ότι η Μόσχα έδωσε διευκρινίσεις στη Λευκωσία και κυρίως απέφυγε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια, οι εν λόγω δηλώσεις αποτελούν αναμφίβολα προειδοποιητικά μηνύματα. Και σίγουρα αντανακλούν μία έστω και μειοψηφική τάση στους κόλπους της ρωσικής διπλωματίας για πιο ισορροπημένη στάση έναντι του ελληνικού και του τουρκικού παράγοντα.
Το γεγονός ότι αυτή η τάση δεν έχει επιβληθεί οφείλεται κυρίως στο ότι τα ρωσικά συμφέροντα συνεχίζουν σε μεγάλο βαθμό να συγκρούονται με τα αντίστοιχα τουρκικά. Κυρίως στον χώρο του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο έντονος αντιαμερικανισμός στην Τουρκία και τα ανοίγματά της προς το Ιράν και τη Συρία (λόγω Κουρδικού) δημιουργούν μια κάποια βάση για επιμέρους συγκλίσεις.
Η στάση της Αθήνας
Μέσα σε αυτό το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, η Αθήνα αντιμετωπίζει τον ρωσικό παράγοντα περισσότερο με τα τυπικά δυτικά κριτήρια και λιγότερο μέσα από το πρίσμα των ιδιαίτερων ελληνικών συμφερόντων. Κραυγαλέο παράδειγμα είναι η πρόσφατη ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών για το ζήτημα της αντιπυραυλικής ασπίδας, που οι Αμερικανοί εγκαθιστούν στην Πολωνία και την Τσεχία.
Υπενθυμίζουμε ότι η κίνηση αυτή της Ουάσιγκτον ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ρωσικό ποτήρι. Είχε προηγηθεί η επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, η προσχώρηση χωρών της πρώην ΕΣΣΔ στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ και η περικύκλωση της Ρωσίας από αμερικανικές βάσεις. Οι δικαιολογίες ότι η εν λόγω αντιπυραυλική ασπίδα έχει σκοπό να προστατεύσει την Ευρώπη από πιθανές επιθέσεις του Ιράν(!) πρόσθεσε στην όλη πρόκληση και μια πινελιά χλευασμού.
Ανταγωνισμός με ΗΠΑ
Σύμφωνα με την επίσημη αμερικανική ρητορική η Ρωσία είναι πια «εταίρος». Η αλήθεια, όμως, είναι ότι από την αντιπαράθεση των δύο υπερδυνάμεων έχουμε περάσει στον ανταγωνισμό ανάμεσα στη μοναδική υπερδύναμη και σε μια μεγάλη δύναμη, η οποία φιλοδοξεί να ανακτήσει τη χαμένη θέση της στη παγκόσμια σκακιέρα.
Η Ουάσιγκτον ήθελε την «Αρκούδα» «στα γόνατα», εγκλωβισμένη στα εσωτερικά της προβλήματα, εξαρτημένη οικονομικά από τη Δύση και χωρίς δυνατότητες να παίξει τον διεθνή ρόλο που αρμόζει στο μέγεθός της. Κάνοντας χρήση της κρατικής εξουσίας, όμως, ο Πούτιν σταδιακά, αλλά μεθοδικά «επανεθνικοποίησε» και την πολιτική και την οικονομία. Τον βοήθησε η άνοδος της τιμής του πετρελαίου. Ολα αυτά τα χρόνια, η Μόσχα απέφευγε να έρθει σε αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον. Το έκανε μόνο όταν ήταν αναγκαίο. Σ’ αυτό τη βοήθησαν και οι σχέσεις συνεργασίας με το Πεκίνο. Η κοινή ανάγκη εξισορρόπησης της αμερικανικής «αυτοκρατορίας» υποχρέωσε και τις δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις να βάλουν στο ράφι τον μεταξύ τους ανταγωνισμό.
Ρήγμα στις σχέσεις
Σήμερα, η Ρωσία αντιδρά στις εναντίον της αμερικανικές μεθοδεύσεις. Είναι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες που το υπουργείο Εξωτερικών στράφηκε απρόκλητα εναντίον της Μόσχας. Και μάλιστα για ένα ζήτημα στο οποίο ακόμα και οι πιο φιλοαμερικανοί Ευρωπαίοι τήρησαν αποστάσεις από την Ουάσιγκτον. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε ρήγμα στις ελληνορωσικές σχέσεις. Ενα ρήγμα που έκλεισε μόνο όταν έδωσε διορθωτικές διαβεβαιώσεις όχι μόνο η Ντ. Μπακογιάννη, αλλά και ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής, ο οποίος δεν είχε ενημερωθεί για την πρωτοβουλία της υπουργού του.
Ορισμένοι αποδίδουν αυτήν την πρωτοβουλία στην προσπάθεια της Ντ. Μπακογιάννη να εξυπηρετήσει την προσωπική πολιτική της ατζέντα. Για την ακρίβεια, στη σφοδρή επιθυμία της να εξασφαλίσει μια συνάντηση με την Αμερικανίδα ομόλογό της, όταν θα επισκεφθεί τις ΗΠΑ στις 25 Μαρτίου. Οποιο, όμως, και αν ήταν το κίνητρό της, τραυμάτισε διπλωματικά τη χώρα.
Πολιτική αυτοσυντήρηση
Το περιστατικό αυτό έχει και μιαν άλλη, ιδιαιτέρως ανησυχητική όψη. Καταδεικνύει την αδυναμία της ηγεσίας του υπουργείου Εξωτερικών να εκτιμήσει το διεθνές περιβάλλον και να προβλέψει την αντίδραση της Μόσχας. Αντίδραση, η οποία υποχρέωσε την Αθήνα να απολογηθεί για την επίμαχη ανακοίνωση. Εάν μπορούσε να προβλέψει το προφανές, το ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης θα είχε επικρατήσει της τάσης για ευθυγράμμιση με την αμερικανική πολιτική.
Περιττό να υπογραμμίσουμε ότι σε όλα σχεδόν τα εθνικά μας θέματα οι θέσεις της Ουάσιγκτον είναι στην καλύτερη περίπτωση ποντιοπιλατικές και στη χειρότερη αντίθετες με τα ελληνικά συμφέροντα. Το γεγονός αυτό επιβάλλει στην Αθήνα να χρησιμοποιήσει κατά το δυνατόν την ανάπτυξη των σχέσεών της με τη Ρωσία ως παράγοντα εξισορρόπησης της δυσμενούς αυτής πραγματικότητας στο Αιγαίο και κυρίως στο Κυπριακό.
Αυτό μπορεί να συμβεί, όμως, εάν η Μόσχα διαπιστώσει στην πράξη ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με κατανόηση για τα θεμιτά ρωσικά συμφέροντα. Ειδικά τώρα, που η «Αρκούδα» έχει σταθεί στα πόδια της και για λόγους αναχαίτισης της αμερικανικής πίεσης επιχειρεί να επανακάμψει πολιτικο-διπλωματικά στην ευρύτερη περιοχή.

