Η συζήτηση για την ενέργεια παραμένει σταθερά στην επικαιρότητα, καθώς επηρεάζει καίριες πτυχές της καθημερινότητας: το κόστος παραγωγής, τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών και τη συνολική σταθερότητα της οικονομίας. Η ελληνική βιομηχανία λειτουργεί σε ένα περιβάλλον όπου κάθε μεταβολή στις διεθνείς τιμές ενέργειας μεταφέρεται άμεσα στο λειτουργικό της κόστος, ενώ τα νοικοκυριά αναζητούν μεγαλύτερη ασφάλεια στον προγραμματισμό τους.
Τα τελευταία χρόνια υπενθύμισαν με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η σταθερή, προβλέψιμη ενέργεια δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά προϋπόθεση για να λειτουργήσει ομαλά η οικονομία. Η συζήτηση για τις ΑΠΕ δεν αφορά πλέον τεχνολογίες ή έργα. Αφορά τον λογαριασμό ρεύματος, την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής και τη δυνατότητα της χώρας να μειώσει την έκθεσή της στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών.
Σε μια οικονομία όπου η ενέργεια αποτελεί σημαντικό μερίδιο τόσο του κόστους παραγωγής όσο και της μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών, ο τρόπος λειτουργίας του κλάδου επηρεάζει άμεσα την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και την απασχόληση. Για τις επιχειρήσεις, το ενεργειακό κόστος εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα επενδυτικών αποφάσεων, καθορίζοντας ακόμη και το πού ή πότε θα εγκατασταθεί μια μονάδα παραγωγής. Για τα νοικοκυριά, σημαίνει έναν προϋπολογισμό λιγότερο ευάλωτο σε εξωτερικούς παράγοντες. Έτσι, η πράσινη ενέργεια δεν εμφανίζεται πια ως επιλογή πολιτικής, αλλά ως βασική υποδομή για μια οικονομία που θέλει να παραμείνει παραγωγική, εξωστρεφής και ανθεκτική.
Μια αγορά που ωριμάζει άνισα
Παρά την πρόοδο της τελευταίας δεκαετίας, η ελληνική ενεργειακή αγορά δεν έχει ακόμη τη συνοχή που απαιτείται για να λειτουργεί χωρίς αστάθειες. Η χώρα διαθέτει πλέον ισχυρή παραγωγική δυναμικότητα σε ΑΠΕ, ωστόσο η πραγματική ωριμότητα της αγοράς δεν μετριέται σε εγκατεστημένη ισχύ, αλλά στην ικανότητα ενός συστήματος να ενσωματώνει και να διαχειρίζεται την ενέργεια αξιόπιστα.
Σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ασύμμετρη φάση: ώριμη στην παραγωγή, αλλά με ελλείψεις σε κρίσιμες υποδομές. Οι διασυνδέσεις παραμένουν περιορισμένες, η αποθήκευση προχωρά, αλλά έχει απόσταση να διανύσει, και το ρυθμιστικό πλαίσιο χρειάζεται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα ώστε να υπηρετήσει έναν μακροχρόνιο επενδυτικό σχεδιασμό.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί ελληνική εξαίρεση. Χαρακτηρίζει πολλές αγορές που κινήθηκαν γρήγορα στην εγκατάσταση ΑΠΕ, αλλά πιο αργά στη διαμόρφωση ενός συνεκτικού λειτουργικού συστήματος. Τα περιθώρια, όμως, στενεύουν. Καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η στρατηγική ενεργειακή αυτονομία έως το 2026 αποτελεί προτεραιότητα, οι χώρες που θα αναπτύξουν ολοκληρωμένα συστήματα θα αποκτήσουν ουσιαστικό γεωοικονομικό πλεονέκτημα: χαμηλότερο κόστος, μεγαλύτερη σταθερότητα και ανθεκτικότητα απέναντι στους εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Από τα έργα στα συστήματα
Η αγορά δεν χρειάζεται περισσότερη ισχύ. Χρειάζεται συνοχή. Χρειάζεται μετάβαση από τη συσσώρευση αυτόνομων έργων σε μια ενιαία αρχιτεκτονική που στηρίζεται σε αποθήκευση, διασυνδέσεις και κανόνες που επιτρέπουν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η ελληνική αγορά δεν χρειάζεται πλέον περισσότερη ισχύ. Χρειάζεται συνοχή. Χρειάζεται μετάβαση από τη συσσώρευση αυτόνομων έργων σε μια ενιαία αρχιτεκτονική που στηρίζεται σε αποθήκευση, διασυνδέσεις και ένα πλαίσιο κανόνων που επιτρέπει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Σε αυτή την κατεύθυνση ξεχωρίζουν όσοι αντιμετωπίζουν την ενέργεια ως λειτουργικό σύνολο και όχι ως άθροισμα τεχνολογιών. Η ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ, περιφερειακός βραχίονας της Masdar στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, κινείται ακριβώς σε αυτή τη λογική: το χαρτοφυλάκιό της λειτουργεί ως ενιαίο σύστημα, όπου μεγάλης κλίμακας ΑΠΕ, υβριδικά έργα και αποθήκευση λειτουργούν συμπληρωματικά και ενισχύουν τη σταθερότητα του δικτύου.
Η αντλησιοταμίευση της Αμφιλοχίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της επόμενης ημέρας. Δεν αποτελεί απλώς μια μεγάλη επένδυση, αλλά μια υποδομή που προσθέτει την ευελιξία που λείπει σήμερα από το σύστημα και επιτρέπει καλύτερη αξιοποίηση της πράσινης ενέργειας. Με την ολοκλήρωσή της, θα λειτουργεί ως κεντρικός μηχανισμός εξισορρόπησης, περιορίζοντας το κόστος και ενισχύοντας την ανθεκτικότητα της αγοράς.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται τα υβριδικά έργα της εταιρείας. Ο συνδυασμός αιολικών, φωτοβολταϊκών και αποθήκευσης δημιουργεί ένα νέο μοντέλο παραγωγής όπου η ενέργεια εισέρχεται στο δίκτυο με σαφώς μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και αποδοτικότητα – μια κρίσιμη προϋπόθεση για ένα σύστημα που γίνεται όλο και πιο σύνθετο.
Τέλος, η δραστηριοποίησή της σε νέες τεχνολογίες, όπως τα θαλάσσια αιολικά, δίνει στην ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ πρόσβαση σε μια αγορά με σημαντική δυναμική. Πρόκειται για έναν κλάδο που στην Ελλάδα βρίσκεται στα αρχικά του στάδια, ωστόσο στην Ευρώπη αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς. Η έγκαιρη παρουσία της εκεί όπου διαμορφώνονται οι νέες τάσεις δημιουργεί τεχνογνωσία, δεξιότητες και ουσιαστικές δυνατότητες εξωστρέφειας για τα επόμενα χρόνια.
Προς ένα νέο ενεργειακό μοντέλο
Η τεχνολογική βάση που αναπτύσσεται σήμερα ανοίγει τον δρόμο για το επόμενο στάδιο της αγοράς: την ψηφιακή διαχείριση της ενέργειας. Εικονικοί σταθμοί παραγωγής, πρόβλεψη σε πραγματικό χρόνο και ανάλυση δεδομένων δεν αποτελούν πια βοηθητικά εργαλεία, αλλά το λειτουργικό κέντρο ενός συστήματος που αντιμετωπίζει την ενέργεια ως δυναμική υπηρεσία. Μια υπηρεσία που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, ευελιξία και άμεσες αποφάσεις.
Σε μια αγορά που γίνεται κάθε χρόνο και πιο σύνθετη, αυτή η μετάβαση, από τη μονοδιάστατη παραγωγή στη διαχείριση, εξελίσσεται στο νέο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί όσους απλώς προσθέτουν νέα έργα στο σύστημα, από όσους διαμορφώνουν την αρχιτεκτονική της επόμενης ημέρας.



