Κύριε διευθυντά
Επιτρέψτε μου, παρακαλώ, μια άποψη επί των «εξεζητημένων περιγραφών των μενού των εστιατορίων» και των σχετικών κειμένων των συντακτριών Ελένης Τζαννάτου και Νένας ∆ημητρίου («Κ» της Κυριακής 22/3/2026).
Γιατί, όλα αυτά, τα επιστημονικώς θεμιτά πάντως, πομπώδη και αέρινα λόγια, με τα οποία ορισμένοι σεφ-εστιάτορες περιγράφουν τα εδέσματά τους, να μας ενοχλούν;
Η χημεία δούλευε από αιώνων υπέρ των μαγείρων, με καταγεγραμμένα σπουδαία αποτελέσματα, χωρίς μέχρι πρότινος αυτοί να υποψιάζονται τις θαυμαστές φυσικοχημικές μεταβολές των υλικών, που συνέβαιναν στις κατσαρόλες τους.
Σκεφτήκαμε ότι, εάν έλειπαν παρόμοιες απόπειρες εντυπωσιασμού από παλαιότερους πρωτοπόρους της καθ’ ημάς γαστρονομίας, ίσως θα είχαμε μείνει στη μαγειρική της μιας κατσαρόλας και της σύβρασης; Και ότι, από σάλτσες, θα πορευόμαστε μόνο με το λαδόξιδο και το αυγολέμονο;
Ας μην ξεχνάμε ότι οι μάγειρες (μαζί με τους ρήτορες και τους σοφιστές) «κουβαλάνε», δίκην προπατορικού αμαρτήματος, και τη ρετσινιά του Πλάτωνα, ο οποίος, ως μετερχομένους «οψοποιών μαγγανείας», τους είχε καταγγείλει για κολακεία, άσκηση γοητείας και χρήση αθέμιτης σαγήνης.
Από την άλλη, πεπεισμένοι, οι ίδιοι, ότι υπηρετούν την «πρώτη εκπολιτιστική λειτουργία της ανθρωπότητας» (βλ. Claude Lévi-Strauss, Norbert Elias κ.ά.), δεν είναι λογικό να την «βρίσκουν» –ώρες ώρες– ως μεγάλοι καλλιτέχνες;
*Βούλα
