
«… εἰς ὅλους τοὺς ναούς, παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι, μουσόληπτοι ἐκ τοῦ παραχρῆμα, λαμπριάτικοι ψάλται…».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Λαμπριάτικος Ψάλτης (1893)
Κύριε διευθυντά
Το είδος δεν εξαφανίστηκε. Αντιθέτως, η ερήμωση των χωριών το κατέστησε κοινότερο. Προς τούτο συντελεί και το γεγονός ότι η σωστή απόδοση της ψαλμωδίας και η μουσική κατάνυξη στις ελληνικές εκκλησίες δεν αποτέλεσε ποτέ υψηλή προτεραιότητα, σε αντίθεση με τον ∆υτικό –και ιδιαίτερα τον Προτεσταντικό– κόσμο όπου η εκτέλεση της εκκλησιαστικής μουσικής στους ναούς απαιτεί από το εκκλησίασμα την ίδια τάξη –και συμμετοχή– που επιβάλλουν οι εκτελέσεις των ρεσιτάλ και των συμφωνιών. Κάποιοι θα έλεγαν ότι χρειάζεται ένα συμμάζεμα και κάποια προσπάθεια αναβάθμισης της ιεροψαλτικής σε όλον τον ελληνο-ορθόδοξο χώρο. Αλλοι θα διαφωνήσουν επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με εξαφάνιση των λαμπριάτικων ψαλτών οι οποίοι τείνουν να γίνουν μέρος της πασχαλινής παράδοσης στην ελληνική ύπαιθρο. Οντας «εις εξ αυτών» δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω…
…Ο κυρ Κωνσταντὸς επείγεται να ευρεθεί εις το ψαλτήριον του ναΐσκου εις τον οποίον ετέλει καθήκοντα βοηθού ψάλτου πριν εγκαταλείψει, περί το εικοστό έτος της ηλικίας του, την προγονικήν πολίχνην και εγκατασταθεί εις Αθήνας. Αντί των ορεινών δυσβάτων ατραπών, αίτινες εταλαιπώρησαν τον συνώνυμον ήρωα του Παπαδιαμάντη, ο σύγχρονος κυρ Κωνσταντός έχει να υποστεί τας συνεπείας της μακράς σειράς των αυτοκινήτων εν τη οποία ευρίσκεται ακινητοποιημένος. Εν τη απογνώσει του παρηγορείται επί τη σκέψει ότι εκείνος διαφέρει όλων των άλλων των εξερχομένων του Κλεινού Αστεως επί τω σκοπώ και μόνον της απολαύσεως του πασχαλινού οβελία. Εκείνος έχει να επιτελέσει έργον αποστολικόν, έργον το οποίον τον πληροί αγαλλίασιν και υπερηφάνειαν. Ο κυρ Κωνσταντός μεταβαίνει εις το πατρικόν χωρίον ίνα εκτελέση χρέη ιεροψάλτου. Το χωρίον είναι εγκαταλελειμμένον, κατοικούμενον κατά το πλείστον από γέροντας και γραίας. Μετά τον θάνατον του παπα-Αντώνη, προ επτά ετών, δεν έχει δικόν του ιερέα. Την Μεγάλην Εβδομάδα είς μεσήλιξ ιερεύς τελεί τας αγίας ακολουθίας εις τρεις γειτονικάς κοινότητας, την μίαν μετά της άλλης, αρχόμενος την 4ην μεσημβρινήν και τελευτών ολίγον προ του μεσονυκτίου, τη βοηθεία δύο ή τριών γραιών τελουσών εις έκαστον χωρίον χρέη ψάλτου. Εις τούτο, το χωρίον του κυρ Κωνσταντού θα αποτελέσει εξαίρεσιν.
Εις «τὸν μικρὸν ναΐσκον ὅπου μυροβολεῖ, ἑλισσόμενον εἰς κυανοῦς στεφάνους, τὸ μοσχολίβανον», θα ακουσθεί καθ’ όλας τας εσπερινάς ακολουθίας η μελωδική φωνή του κυρ Κωνσταντού. Εχει δε προ πολλού συμβιβαστεί με τας «σπαρακτικάς παραφωνίας» της Μαθηνώς και της Σειραϊνώς, αίτινες επιμένουν να ψάλλουν μετ’ αυτού ακόμη και τα δυσκολότατα ιδιόμελα, διότι – είπον εις οριστικήν αποστόμωσίν του– ούτως έχουν τάξει εις τον Ιωάννην τον Βαπτιστήν εις τον οποίον είναι αφιερωμένος ο ναός. Αυτός δε, ο κυρ Κωνσταντός, ουδεμίαν αμφιβολίαν έχει περί του ότι η δική του εκτέλεσις των μελωδιών των ιερών τούτων ακολουθιών είναι αρίστη, διότι ούτως εδιδάχθη παιδιόθεν από τον επί δεκαετιών ιεροψάλτην του χωρίου, τον συγχωρεμένον μπαρμπα-∆ιανέλον, έτι δε επειδή διαθέτει μελωδικήν φωνήν και υψηλήν αίσθησιν της Βυζαντινής Μουσικής.
*Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
