Τα 12 μερόνυχτα στο «Κοσιούσκο»

Κύριε διευθυντά

Η φωτογραφία του προπολεμικού ∆υρραχίου της Αλβανίας, στην «Κ» της 6/3/2026, στη στήλη του Φιλίστορος, επανέφερε από τις ομίχλες της μνήμης το σύντομο πέρασμά μου από το λιμάνι του, τον Νοέμβριο του 1949, σε ηλικία 5 ετών.

Είχε προηγηθεί η βίαιη μεταφορά των πληθυσμών της Μουργκάνας από τους αντάρτες τον Σεπτέμβριο του 1948 στην κομμουνιστική Αλβανία. Μετά την οριστική ήττα των ανταρτών του λεγόμενου ΔΣΕ, στον Γράμμο το 1949, μας επιβίβασαν στο λιμάνι του Δυρραχίου στο φορτηγό πλοίο «Κοσιούσκο», και μετά ένα πολυήμερο ταξίδι –δώδεκα μερόνυχτα– μας αποβίβασαν στο πολωνικό λιμάνι του Γκντανσκ (Ντάντσιχ).

Κατά την επιβίβαση στο «Κοσιούσκο» εντυπώθηκαν στη μνήμη μου η είσοδος -άνοδος- στο πλοίο με «βίντσι», χωρίς προστατευτικά παραπετάσματα. Επίσης, ένα μικρό παιδί από το γειτονικό χωριό Βαβούρι βρέθηκε στη θάλασσα και δύο Πολωνοί ναύτες το διέσωσαν. Τα 12 μερόνυχτα που διήρκεσε το ταξίδι, στοιβαγμένοι στα αμπάρια του «Κοσιούσκο», πέρασαν με πείνα και δίψα, βρώμα και δυσωδία, εμετό και ζάλη.

Δεκάδες χρόνια μετά, ένας εκ της τριμελούς επιτροπής που διόρισε το ΚΚΕ ως υπευθύνους της αποστολής του «Κοσιούσκο», ο Λάμπρος Σαμπάνης, γράφει στο βιβλίο του «Αναμνήσεις από την εθνική αντίσταση και τον εμφύλιο πόλεμο»:

«Το καράβι αυτό θα έπαιρνε 1.500 όπως είχαν κανονίσει με τους Πολωνούς, όμως ο Γούσιας φέρνει άλλους 1.500 από τη Μουργκάνα… Αυτοί οι πολίτες ήταν από ανταρτοκρατούμενα χωριά.

Οταν το είπαμε στον Πολωνό καπετάνιο ότι θα πάρει 3.000 επιβάτες τραβούσε τα μαλλιά του (διερμηνέας ήταν μια γυναίκα, την έλεγαν Μαρία Ελκοβα).

Ο καπετάνιος του καραβιού λέει στον Γούσια ότι είναι αδύνατο να πάρει περισσότερους από τους 1.500. Τα εφόδια με νερό, τρόφιμα και σωσίβια, είναι μόνο για τους 1.500 πρώτον, εμείς βαδίζουμε στα Διεθνή νερά, η διαδρομή είναι 10ήμερη και θα πεινάσουμε και θα διψάσουμε.

Είμαστε μαθημένοι, λέει ο Γούσιας στον Πολωνό, και μπήκαμε οι 3.000…

Ο κόσμος που ποτέ δεν είχε κάνει τέτοιο ταξίδι … μας ρωτούσαν “πού μας πάτε και πότε θα γυρίσουμε στα σπίτια μας”.

Ηταν δράμα να τους λες ψέματα ότι γρήγορα θα ξαναγυρίσουμε».

Ισως γι’ αυτό ο συντοπίτης μου ποιητής Μιχάλης Γκανάς, ακούσιος κι αυτός επιβάτης του «Κοσιούσκο», να εμπνεύστηκε τους στίχους του «Καράβια βγήκαν στη στεριά», περιγράφοντας με έναν σουρεαλιστικό τρόπο τη μεταφορά των απαχθέντων κατοίκων της Μουργκάνας από τις εστίες τους, στη δύσβατη Μουργκάνα, τελικώς στους κάμπους της Ουγγαρίας.

*Μοναστηράκι Δωρίδος

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT