
Κύριε διευθυντά
Είναι καμιά δεκαετία τώρα που σε κάθε επίσκεψη, ακόμα και στον πιο ταπεινό φούρνο, εκπλήσσει η φεστιβαλική έκθεση δεκάδων τύπων ψωμιού και αρτοσκευασμάτων. Τόση ποικιλία, που δυσχεραίνει μάλλον, παρά διευκολύνει τον καταναλωτή.
Πρόσφατα μάλιστα, σε κείμενα αναφερόμενα στο κορυφαίο ζωοποιό στοιχείο της ζωής, διασταυρώθηκα με φράσεις-αναφορές σ’ αυτό, όπως: «το ψωμί ως statement», ως «affordable luxury», ως «ένα μέρος όπου μπορείς να “βγεις”», ή ως «ένα κίνημα wellness». Ακόμα και ως ένα «πολιτιστικό αφήγημα…».
Τι να πει κανείς για όλα αυτά; Τι απέγινε η «υπέροχη εκδοχή του Ελληνα»; Πόσο μακρινά, όλα αυτά, από το πάλαι ποτέ, υπ’ αριθμόν ένα συστατικό της εθνικής μας ιδιοσυστασίας; Εννοώ το «λιτοδίαιτον του Ελληνος», το «ελάχιστο» του ποιητή, που μαζί με την απαντοχή και την εγκαρτέρηση συνιστούν την παύλα, που μας ενώνει με την πιο αυθεντική πλευρά του εαυτού μας.
Και ως «χριστιανομαθημένοι» όμως, πόσο έχουμε αποξενωθεί, επίσης, από εκείνη την, σχεδόν άυλη, υπόσταση που οι Αγιοι Πατέρες απέδιδαν στο ψωμί και τον κατηχητικό του ρόλο; «Αρτον εκέλευσεν αιτείν επιούσιον, τροφήν, ου τρυφήν. […] άρτον επιούσιον, τουτ’ έστιν, επί την ουσίαν του σώματος διαβαίνοντα, και συγκροτήσαι…». Καθώς και από τις άκρως ηθικές προγονικές παραγγελίες αποχής από «άρτον ασεβείας, αρπαγής και ψεύδους» του αμαρτωλού, ή από «άρτον αργίας» του νωθρού.
Ακόμα και προχριστιανικά, το ψωμί μεσολαβούσε στις σχέσεις των ανθρώπων με τα θεία. Οι αρχαίοι Ελληνες πρόσφεραν άρτον στην Ελευσίνια «παμμήτειρα», «σταχυοφόρο», «αυξιθαλή» και «σωρίτιν», «σιτοδότρα», Δήμητρα, στη γιορτή των Μεγαλαρτιών – «Εισί δε άρτοι μεγάλοι και εορτή καλουμένη Μεγαλαρτία», σημειώνει ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του.
Και τι να πει κανείς για την πληθώρα των παροιμιωδών φράσεων, που με επίκεντρο το ψωμάκι του Θεού σηματοδοτούν, μνημειωδώς, κάθε πτυχή της κοινωνικολαϊκής μας ζωής; – κυρίως, επισημασμένες από άλλους: «Βγάζω το ψωμί μου», κερδίζω τα προς το ζην. «Εφαγαν μαζί ψωμί και αλάτι», για ανθρώπους που πέρασαν πολλά μαζί. «Αρτον και θεάματα», ως πολιτική, χειραγωγική πρακτική του λαϊκού εφησυχασμού. «Ψωμοτύρι», ως πρόχειρη διατροφική καταφυγή. «Του πήραν το ψωμί απ’ το στόμα», ως δραματοποιημένη έκφραση ανατροπής. «Το ψωμί ψωμάκι», με συνώνυμα το «ψωμολυσσάει» και το «ψωμοζητάει». Παρομοίως, «δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί». «Εφαγε τα ψωμιά του», ή «Εχει μετρημένα τα ψωμιά του», ως κυνική αναφορά εκμέτρησης του βίου ενός. «Ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φά’ το», ως αξιοπρεπής απόρριψη. «Τόσοι άνθρωποι χάνουν το ψωμί τους», συνήθης συνοδευτική φράση απολύσεων και ανεργίας. «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», το περίφημο φοιτητικό σύνθημα. «Ψωμί, ελιά και Κώτσο βασιλιά», η τραγική εθνική, διχαστική αποστροφή. «Πού τρως ψωμί», δηλαδή πού δουλεύεις, ως ταυτόσημο ύπαρξης. Ακόμα και ως όρκος, «Στο ψωμί που τρώω».
Καίριο σύμβολο λιτότητας και η φράση: «Ελάτε να φάμε ψωμί». Τη συναντάμε και στον Μακρυγιάννη. Οι παλαιότεροι την ακούγαμε από τους ξωμάχους προγόνους μας, γεωργούς και κτηνοτρόφους. Ετσι συνήθιζαν να αναγγέλλουν την ώρα του φαγητού, αντί του «ώρα για φαγητό» ή «ελάτε να φάμε».
Διαδεδομένη επίσης, δραματικότερη αυτή, και η φράση: «Αντε, τώρα να φαρμακώσουμε λίγο ψωμάκι και να πέσουμε να ξεραθούμε…». Οπου, οι δύο πλέον αρχετυπικές καταφυγές του ανθρώπου, το όποιο φαγάκι, δηλαδή, και η ζωογόνος κατάκλιση, εξωθούνταν με τη χρήση των δύο αποκρουστικών ρημάτων (φαρμακώνομαι και ξεραίνομαι) στο περιθώριο της κολασμένης ζωής τους.
Μακάρι, όλοι τους να βρήκαν, εκεί που είναι, την ανάπαυση που δεν αξιώθηκαν σε τούτη τη ζωή.
*Βούλα
