Κύριε διευθυντά
Είναι γεγονός ότι το Εθνικό Σύστημα Υγείας που ισχύει στην Ελλάδα, μας προσφέρει πολλές παροχές. Μας δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε φάρμακα με λίγο ή μηδενικό κόστος και τη δυνατότητα προληπτικού ελέγχου σε σειρά χρόνιων νοσημάτων, κάτι που δεν γίνεται σε άλλες πλουσιότερες χώρες, όπως π.χ. στις ΗΠΑ. Πέραν όμως από τα θετικά, υπάρχουν και πολλά αρνητικά στοιχεία, τα οποία δημιουργούνται σταδιακά και με αφανή τρόπο από την ηγεσία του υπουργείου Υγείας για τη μείωση του κόστους στις παρεχόμενες υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ. Αναφέρομαι στους σταδιακούς περιορισμούς αναγραφής κοινών εξετάσεων. Ο διαχειριστής του λογισμικού συνταγογράφησης γνωρίζει ανά πάσα στιγμή ποιες εξετάσεις συνταγογραφούνται συχνά και μπορεί με ένα κλικ στο ηλεκτρονικό σύστημα να περιορίζει αυθαίρετα τη συχνότητά τους. Αυτό γίνεται σχεδόν καθημερινά και απροειδοποίητα. Το κίνητρο του υπουργείου για περιορισμό της άσκοπης συνταγογράφησης είναι θεωρητικά σωστό, αλλά δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τον άρρωστο που έχει απόλυτη ανάγκη να κάνει την «απαγορευμένη» εξέταση συχνότερα για ιατρικούς λόγους. Σαν παράδειγμα, δίνοντας ένα φάρμακο στον άρρωστο, χρειάζεται να ελέγξεις σαν γιατρός την αποτελεσματικότητά του ή τις πιθανές παρενέργειές του πάλι σε ένα ή σε δύο μήνες. Αν, π.χ., πρόκειται για ηλικιωμένο ασθενή με μειωμένη νεφρική, ηπατική ή καρδιακή λειτουργία, η γενικότερη παρακολούθησή του πρέπει συχνά να γίνεται συντομότερα από το 6μηνο ή το 4μηνο που προβλέπει το άψυχο σύστημα. Η κάθετη απαγόρευση είναι εύκολη, ανέξοδη και προσοδοφόρα για το κράτος, αλλά οι ειδικές περιπτώσεις είναι τόσες όσοι όλοι οι Ελληνες πολίτες. Απλώς θα πρέπει το σύστημα συνταγογράφησης να γίνει περισσότερο ευέλικτο, λιγότερο χρονοβόρο, και να μην αποφασίζει μόνο του τη μη εκτέλεση εξετάσεων, τις οποίες ο υπεύθυνος ιατρός θεωρεί αναγκαίες για τον ασθενή. Αν το κράτος επιθυμεί πραγματικά να κατέβει στο επίπεδο της καθημερινότητας του πολίτη, πρέπει τα όσα σημειώνονται παραπάνω να τα λάβει σοβαρά υπόψη.
*Ομότιμος καθηγητής Παθολογίας ΕΚΠΑ
