Κύριε διευθυντά
Οι χρεώσεις στους σταθμούς φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων είναι περίπου τρεις φορές υψηλότερες από τις τιμές που οι πάροχοι χρεώνουν σε μια τυπική οικιακή εγκατάσταση. Για παράδειγμα, οι φορτιστές της ∆ΕΗ blue ή της EKO Charge & Go (με συμμετοχή του ∆ημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο) χρεώνουν από 0,4 μέχρι 0,5 ευρώ την κιλοβατώρα όταν μια απλή σύνδεση της ∆ΕΗ (π.χ. αυτή που έχουμε στο σπίτι χωρίς να έχουμε καταφύγει σε διεξοδική έρευνα αγοράς) κυμαίνεται από 0,129 ευρώ μέχρι 0,155 € την κιλοβατώρα!
Για να δούμε τι γίνεται στη διανομή υγρών καυσίμων:
Εδώ τα πρατήρια ουσιαστικά υιοθετούν τις τιμές που προμηθεύονται τα καύσιμα από τα διυλιστήρια, με ένα μικρό περιθώριο κέρδους που κυμαίνεται μεταξύ 5% και 6%… Φυσικά ούτε λόγος να γίνεται στην επένδυση που χρειάζεται για την εγκατάσταση ενός καινούργιου πρατηρίου βενζίνης σε σχέση με την τοποθέτηση ενός σταθμού φόρτισης! Και όλα αυτά με ισχνά περιθώρια κέρδους. Γιατί λοιπόν οι εταιρείες τριπλασιάζουν τη λιανική τιμή πώλησης ρεύματος για να φτάσουμε στα επίπεδα του μισού ευρώ ανά κιλοβατώρα;
Με μηδενικά έξοδα εγκατάστασης σε σχέση με τα πρατήρια διανομής υγρών καυσίμων.
Με τιμές τριπλάσιες από τις τιμές λιανικής στον τελικό καταναλωτή.
Με φορτιστές που στην πλειοψηφία τους δίνουν παροχή εναλλασσόμενου ρεύματος (αργοί χρόνοι φόρτισης).
Μήπως τελικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο αριθμός των σταθμών φόρτισης (που ομολογουμένως δεν επαρκεί) αλλά και οι τιμές που χρεώνεται η ηλεκτρική ενέργεια σε αυτούς; Μήπως ήρθε η στιγμή να παρέμβει το κράτος και να ορίσει την επιτρεπόμενη παρέκκλιση από τις τιμές προμήθειας των εταιρειών;
