Κύριε διευθυντά
Διάβασα στην «Κ» της 29/1/2026 για την πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα του κ. ∆ημήτρη Αθανασούλη, διευθυντή της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, στο ρεπορτάζ του κ. Νικόλα Ζώη. Η γνωστή επιγραφή της Νάξου, την οποία σχολιάζει με τη δυνατότητα που δίνει η νέα τεχνολογία, και ειδικότερα η ανάγνωση του άνω τμήματός της, όπου τα ονόματα Ιουστινιανός και Τιβέριος αποτελούν σημαντικά ευρήματα για την εποχή και την περιοχή. Ο κ. Αθανασούλης, αρχαιολόγος – βυζαντινολόγος, αναλύει τα σχετικά με την ανάγνωση του άνω τμήματος της επιγραφής με το όνομα του Ιουστινιανού Β΄ (685-695, 705- 711) και του γιου του Τιβέριου και επιχειρεί αποτίμηση του έργου του Ιουστινιανού. ∆εν ασχολείται όμως με το σύνολο της επιγραφής. Για τον σχολιασμό του, επιτρέψατέ μου να σημειώσω ορισμένες παρατηρήσεις για τα συναφή γεγονότα: Ο Ιουστινιανός Β΄ δεν ήταν ξεχασμένος ούτε από τους σύγχρονούς του Βυζαντινούς ούτε από τους νεώτερους ιστορικούς και μελετητές και δεν μαρτυρείται ούτε διαπιστώνεται καμιά «damnatio memoriae» (ακόμη και η ρινοκοπία του, που επιχειρήθηκε από τον σφετεριστή Λεόντιο, δεν εμπόδισε την εκ νέου ανάρρησή του στον θρόνο). Αλλωστε, ό,τι γνωρίζουμε για τον Ιουστινιανό Β΄ και τη δράση του προέρχεται από σύγχρονές του ή λίγο μεταγενέστερες πηγές και από μελέτες και έρευνες νεωτέρων ερευνητών. Πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι ο 7ος μ.Χ. αιώνας με τις προ και μετα- προεκτάσεις του ήταν μια κρίσιμη εποχή μετάβασης από την ελληνορωμαϊκή οικουμενική μοναρχία στο βυζαντινό κράτος: η εγκατάσταση των Σλάβων και η ίδρυση του βουλγαρικού κράτους, οι επιδρομές και κατακτήσεις των Αράβων στην Ανατολή και στον Νότο περιόρισαν σημαντικά τα όρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αλλά ευνόησαν τη συνοχή της, απαίτησαν όμως συνεχείς πολέμους και προκάλεσαν κοινωνικές και θρησκευτικές αναταραχές.
Σε αυτή την κρίσιμη εποχή τοποθετείται η βασιλεία του Ιουστινιανού Β΄ Ρινότμητου ο οποίος, συνεχίζοντας την παράδοση γενναίων αυτοκρατόρων, του Ηρακλείου και του Κώνσταντος Β΄, υπήρξε πολύ ικανός ηγεμόνας. Από τη δράση του, τονίζω ιδιαίτερα τη συστηματική αντιμετώπιση των σλαβικών εγκαταστάσεων, το ενδιαφέρον του για την αγροτική παραγωγή και για τη θρησκευτική-εκκλησιαστική ειρήνη και καθαρότητα της πίστης (βλ. την εν Τρούλλῳ Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο, το 692). ∆ημιουργεί όμως ερωτήματα η αντιμετώπιση των Βουλγάρων (πόλεμοι, αλλά και προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις).
Η παρουσίαση της επιγραφής είναι σημαντική προσφορά και θα ευχόμουν ο κ. Αθανασούλης να προχωρούσε στην ανάγνωση όλης της επιγραφής, που θα διεύρυνε σημαντικά τις γνώσεις μας και σε άλλα πεδία. Για παράδειγμα, η μνεία στην επιγραφή του «Κ: ΕΠΗ ΣΙΣΙΝΝΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΤΑΤΟΥ» αναφέρεται αναμφίβολα στον σύγχρονο Σύρο επίσκοπο/Πάπα Ρώμης Σισίνιο (Οκτ. 707 – Φεβρ. 708) – το επίθετο αγιότατος ήδη παραπέμπει σε ανώτατο ιεράρχη, στην κορυφή της Εκκλησίας. Η αναγραφή του στην επιγραφή της Νάξου θίγει το πρόβλημα των σχέσεων με τη ∆ύση και ο δυτικού τύπου σταυρός, πιο κάτω στην επιγραφή, ενισχύει τον σχετικό προβληματισμό.
*Ομότιμη καθηγήτρια, Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
