
Κύριε διευθυντά
Ας μου επιτραπούν λίγα σχόλια για το εξαίρετο ρεπορτάζ (15/2) της Μαρίνας Καρπόζηλου, που αναφέρεται στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου. Πράγματι η εν Τσοτυλίω Σχολή χτίστηκε το 1871, όπως μαρτυρεί και η μαρμάρινη πλάκα, που βρίσκεται στην είσοδο του Οικοτροφείου, στην οποία εικονίζεται και η οθωμανική σημαία.
Η ίδρυση της Σχολής είναι έργο της Μακεδονικής Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας, που βρισκόταν υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριάρχη, είχε την έδρα της στην Κωνσταντινούπολη και είχε ως διακηρυγμένον σκοπό «την διάδοσιν και ενίσχυσιν των γραμμάτων και των τεχνών εν ταις επαρχίαις Καστορίας, Σισανίου και Γρεβενών…» καθώς και «το κοινόν συμφέρον και την ηθικήν μόρφωσιν και εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου ανατροφήν» των ελληνοπαίδων αυτών των επαρχιών. Η Αδελφότητα κατάφερε να αποσπάσει από την Υψηλή Πύλη σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο επιτρεπόταν η ίδρυση σχολείου στο Τσοτύλι. Το φιρμάνι εκδόθηκε αμέσως μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, με την οποία επιδιωκόταν ο εκβουλγαρισμός όλης της Μακεδονίας. Πιθανόν με αυτή της την απόφαση η Πύλη απέβλεπε στη μερική εξουδετέρωση των βουλγαρικών επιδιώξεων. Είναι πάντως αναμφισβήτητο γεγονός ότι σημαντικόν ρόλο στην έκδοση του φιρμανιού έπαιξαν οι καλφάδες και οι μάστορες από τα ορεινά χωριά του Βοΐου, που εργάζονταν στην Πόλη. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν χτίσει τις εξοχικές κατοικίες και τα σαράγια του σουλτάνου και των αξιωματούχων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Και με τη δουλειά τους είχαν αποχτήσει πολλές και υψηλές γνωριμίες. Με αυτές τις γνωριμίες και με την καθοδήγηση φωτισμένων Βοϊωτών ιερωμένων κατάφεραν να παρακαμφθούν οι οθωμανικοί κανονισμοί, που απαγόρευαν σε οποιαδήποτε πόλη ή χωριό της Αυτοκρατορίας την ανέγερση ρωμαίικου κτιρίου ψηλότερου από τα τουρκικά κτίσματα της περιοχής. Υπήρξαν μάλιστα φήμες ότι η άδεια ήταν προϊόν πλαστογραφίας.
Το επιβλητικό, τριώροφο σχολείο χτίστηκε με μεράκι. Με πελεκητές, ισομεγέθεις πέτρες, που πέρασαν όλες, μία-μία, από τα χέρια των ανυπέρβλητων τοπικών μαστόρων της πέτρας. Στα πρώτα χρόνια του λειτούργησε ως Διδακτήριο και Οικοτροφείο. Τότε ήταν ένας από τους λίγους τηλαυγείς φάρους του ελληνισμού σε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα. Μάλιστα οι παλαιότεροι έλεγαν ότι σ’ αυτό το σχολείο μάθαιναν γράμματα όχι μόνον ελληνόπουλα, αλλά και παιδιά τοπικών Οθωμανών αξιωματούχων. Αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωσή μας, το 1928, χτίστηκε σε παραπλήσιο χώρο δεύτερο κτίριο, το Γυμνάσιο, που χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά ως Διδακτήριο. Ενώ το παλιό οίκημα συνέχισε να λειτουργεί μόνον ως Οικοτροφείο, αποκλειστικώς αρρένων. Λόγω της αυστηρότητάς του εθεωρείτο αναμορφωτήριο στο οποίο φοιτούσαν παιδιά όχι μόνον από την επαρχία Βοΐου αλλά και από άλλες περιοχές της χώρας.
Οσον αφορά τη διαβίωση των οικοτρόφων δεν είναι δυνατόν να προστεθεί ούτε λέξη στα όσα αναφέρονται γλαφυρότατα στο ρεπορτάζ. Ωστόσο στο Γυμνάσιο φοιτούσαν όχι μόνον οικότροφοι. Αλλά και παιδιά διαφόρων χωριών του Βοΐου, τα οποία αδυνατούσαν να καλύψουν τα έξοδα διαμονής στο Οικοτροφείο. Για παράδειγμα, το 1951, οπότε άρχισα το Γυμνάσιο, κάθε οικότροφος έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως στο Ιδρυμα ένα σεβαστό ποσό. Και εξασφάλιζε υγιεινή στέγη, θέρμανση, ζεστό νερό για καθαριότητα σώματος, ζεστό, μαγειρεμένο, υγιεινό φαγητό τρεις φορές ημερησίως και επίβλεψη καθ’ όλο το 24ωρο από καθηγητές και επιτηρητές, που διέμεναν στο Οικοτροφείο. Εγώ νοίκιαζα ένα δωμάτιο 3×3 μέτρων μαζί με τρία παιδιά των γύρω χωριών. Και πληρώναμε ενοίκιο μηνιαίως ο καθένας. Το δωμάτιό μας δεν διέθετε ζεστό νερό για καθαριότητα. Θερμαινόταν ελλιπέστατα με μία σκουριασμένη τσίγγινη ξυλόσομπα, ενώ οι θερμοκρασίες τού χειμώνα κατέβαιναν ακόμη και 15-20 βαθμούς υπό το μηδέν. Το καθημερινό φαγητό μας το μαγειρεύαμε μόνοι μας. Ως έφηβοι 12-18 ετών δεν είχαμε οιαδήποτε επίβλεψη μετά το πέρας των μαθημάτων καθημερινώς.
Τα τρόφιμα και τα καυσόξυλα της εβδομάδας καθώς και μία πλυμένη αλλαξιά εσωρούχων μάς τα έφερναν οι γονείς μας με το γαϊδουράκι κάθε Σάββατο, οπότε το Τσοτύλι είχε παζάρι. Γι’ αυτόν τον σκοπό έκαναν διαδρομή τριών ωρών για τον ερχομό και τριών για την επιστροφή τους.
*Θωρακοχειρουργός, απόφοιτος του Γυμνασίου Τσοτυλίου 1957
