Κύριε διευθυντά
Η δημοσιοποίηση φωτογραφιών από την εκτέλεση των «200» στην Καισαριανή (1η Μαΐου 1944) θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή συλλογικού στοχασμού. Ενα τέτοιο τεκμήριο, εφόσον επιβεβαιωθεί η αυθεντικότητά του, δεν είναι απλώς ιστορικό υλικό· είναι θραύσμα μνήμης και φορέας τραύματος.
Αντί όμως να συζητηθεί η ιστορική του αξία, η ηθική διάσταση της διακίνησης τέτοιων ντοκουμέντων και ο ρόλος της Πολιτείας στην προστασία τους, ο δημόσιος χώρος πλημμύρισε από τις γνώριμες κραυγές των «μαχητών του πληκτρολογίου».
Μια πλευρά έσπευσε να κατοχυρώσει την ιδεολογική ταυτότητα των εκτελεσθέντων: «Μην τους λέτε Ελληνες πατριώτες· ήταν κομμουνιστές». Πράγματι, στην πλειονότητά τους ήταν αριστεροί. Αυτό όμως δεν αναιρεί ούτε την ιδιότητα του Ελληνα ούτε του ανθρώπου που θυσιάστηκε απέναντι στους ναζί κατακτητές.
Αλλοι, με πρόχειρη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, έσπευσαν να αποδείξουν ότι οι φωτογραφίες είναι κατασκευασμένες, όχι –προφανώς– από μέριμνα για την ιστορική ακρίβεια αλλά με εμφανή διάθεση υποβάθμισης της θυσίας και ιδεολογικής απομείωσης των νεκρών.
Το αποτέλεσμα είναι γνώριμο: ύβρεις, εμφυλιοπολεμικές ανακλαστικές αντιδράσεις και ρητορική μίσους.
Αν δεν μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τέτοια τεκμήρια με ιστορική σοβαρότητα και ηθική ευθύνη, δύσκολα θα προχωρήσουμε. Μόνο αν υπερβούμε αυτό το νεοελληνικό vertigo –τη ζάλη που προκαλεί η σύγκρουση μνήμης και ιδεολογίας– θα μπορέσουμε να δούμε καθαρά. Και αυτό προϋποθέτει παιδεία, πολιτισμό και πολιτική νηφαλιότητα.
*Υπ. Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας ΕΚΠΑ
